Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Οι αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις στην Ελλάδα

Οι αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις στην Ελλάδα

[..Ο αρχηγός του”Ελληνικού Συναγερμού” και πρωθυπουργός, τότε, της Ελλάδας Αλ. Παπάγος μιλώντας στη Βουλή, στις 27/11/1953, διεκδίκησε την πατρότητα της ιδέας. “Είμαι – έλεγε – ευτυχής, κύριοι βουλευτές, και υπερήφανος, διότι υπεγράφη η συμφωνία περί στρατιωτικών ευκολιών, δι’ ης παραχωρούνται βάσεις εν Ελλάδι προς τας ενόπλους δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Πρέπει να σας είπω, ότι ευθύς ως εξελέγη ο στρατηγός Αϊζενχάουερ Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, απηύθυνα προς αυτόν προσωπικήν επιστολήν, διά της οποίας του εισηγούμην, όπως διά την καλυτέραν διασφάλισιν της αμύνης της Ελλάδος και εντός του πλαισίου του άρθρου 51 του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και του άρθρου 3 του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, συναφθή συμφωνία περί παραχωρήσεως βάσεων εκ μέρους της Ελλάδος προς τας Ηνωμένας Πολιτείας” (Πρακτικά Βουλής 27/11/1953 και “Οι πρώτοι δώδεκα μήνες της Κυβερνήσεως Συναγερμού”, Αθήναι Δεκέμβριος 1953, σελ. 184).

Την πρόταση Παπάγου προς τον Αϊζενχάουερ – αν δεχτούμε πως η πρωτοβουλία για την εγκατάσταση των βάσεων είναι ελληνική – μετέφερε ο τότε υπουργός Συντονισμού Σπ. Μαρκεζίνης, όπως ο ίδιος κατ’ επανάληψιν έχει παραδεχτεί, όταν επισκέφθηκε τις ΗΠΑ το Μάη του ’53 (Βλέπε: Σπ. Μαρκεζίνη: “Αναμνήσεις 1972 – 1974″, σελ. 101 και “Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, 1936 – 1975″, Γ’ τόμος, 1952 – 1975 σελ. 16 – 17)...]

Στις 12 του Οκτώβρη του 1953, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι της Ελλάδας και των ΗΠΑ ανακοίνωσαν τη συμφωνία για την εγκατάσταση των αμερικάνικων στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα. Και μ' αυτή τη συμφωνία το αντιδραστικό μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς της άρχουσας τάξης της Ελλάδας ενίσχυε τη συμμαχική στήριξη της εξουσίας του, κάνοντας ταυτόχρονα ένα ακόμη σημαντικό βήμα στην πορεία πρόσδεσης της χώρας στο βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό, το τρίτο κατά σειρά μετά το δόγμα Τρούμαν (12/3/1947) και τα επακόλουθά του, αλλά και την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ (18/2/1952).

Το ξεκίνημα της εμπλοκής
Στις 24 του Φλεβάρη 1947, ο Βρετανός πρεσβευτής στις ΗΠΑ ενημέρωνε τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Τζ. Μάρσαλ, ότι η βρετανική αυτοκρατορία δεν μπορούσε πια να στηρίζει την ελληνική κυβέρνηση και το θρόνο. Ετσι, σχετικά με αυτή τη στήριξη του καθεστώτος στην Ελλάδα, τη σκυτάλη έπαιρναν οι Αμερικανοί.Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος Τρούμαν εξάγγελλε το «δόγμα» της αμερικανικής εμπλοκής στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Η στρατηγική τους σημασία εξηγούσε στο Κογκρέσο είναι τεράστια, αποτελούν τις πύλες για τη Μαύρη Θάλασσα και την καρδιά της ΕΣΣΔ.Πέντε χρόνια αργότερα, το Φλεβάρη του 1952, η κυβέρνηση Πλαστήρα - Βενιζέλου κάνει ένα ακόμη μεγάλο βήμα, το δεύτερο για την ενίσχυση της συμμαχίας του αντιδραστικού ελληνικού καθεστώτος με τους ιμπεριαλιστές. Η ελληνική Βουλή κυρώνει νόμο με τον οποίο η χώρα μπαίνει στο NATO. Καταψηφίζουν οι βουλευτές της ΕΔΑ, ενώ ήδη το ΚΚΕ από την πολιτική προσφυγιά καταγγέλλει τα πολεμοκάπηλα σχέδια των ιμπεριαλιστών στην περιοχή και τη συμμετοχή των πολιτικών δυνάμεων του κατεστημένου σ' αυτά.

Βεβαίως, το 1952, οι ΗΠΑ ζήτησαν από την κυβέρνηση Πλαστήρα - Βενιζέλου, να τους παραχωρήσει αεροπορικές βάσεις, πράγμα που πρακτικά σήμαινε να χρησιμοποιούν ανεξέλεγκτα όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά αεροδρόμια. Το σχέδιο συμφωνίας, που είχε αποδεχτεί η κυβέρνηση Πλαστήρα - Βενιζέλου, έλεγε μεταξύ άλλων ότι «η βασιλική ελληνική κυβέρνηση παραχωρεί στην κυβέρνηση των ΗΠΑ το δικαίωμα να εγκαταστήσει στρατιωτικές αεροπορικές υπηρεσίες και επικοινωνίες, σ' ολόκληρη την Ελλάδα, για μεταβατική περίοδο τριών χρόνων». Η συμφωνία δεν υπογράφτηκε λόγω εκλογών τις οποίες «κέρδισε» το κόμμα «Ελληνικός Συναγερμός» του Αλ. Παπάγου. Πριν περάσει χρόνος από την άνοδο στην εξουσία της κυβέρνησης Παπάγου υπογράφεται η πρώτη ελληνοαμερικανική συμφωνία για τις βάσεις. Ηταν 12 του Οκτώβρη 1953. Ετσι έγινε το τρίτο μεγάλο βήμα πλήρους πρόσδεσης της αστικής τάξης στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Η ιμπεριαλιστική συμφωνία  Από εδώ αρχίζει το καθεστώς των βάσεων στην Ελλάδα.
Στο πρώτο άρθρο της συγκεκριμένης συμφωνίας γίνεται σαφές πως προκειμένου να ενισχυθεί το αστικό καθεστώς στην Ελλάδα σε συνδυασμό με την προώθηση των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή μας, η τότε κυβέρνηση προσφέρει «γην και ύδωρ» στους Αμερικανούς. Ας το δούμε.

«Διά του παρόντος η Ελληνική Κυβέρνησις, υπό τας προϋποθέσεις και τους όρους τους καθοριζόμενους εν τη παρούση Συμφωνία, ως και επί τη βάσει των τεχνικών συνεννοήσεων, μεταξύ των αρμοδίων αρχών των δύο κυβερνήσεων, εξουσιοδοτεί την κυβέρνησιν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να χρησιμοποιή οδούς, σιδηροδρομικάς γραμμάς και χώρους και να κατασκευάζη, αναπτύσση, χρησιμοποιή και θέτη εν λειτουργία στρατιωτικά και βοηθητικά έργα εν Ελλάδι, οία αι αρμόδιαι αρχαί των δύο κυβερνήσεων ήθελον θεωρήσει κατά καιρούς ως αναγκαία διά την εφαρμογήν ή την προαγωγήν εγκεκριμένων σχεδίων του NATO. Η κατασκευή, ανάπτυξις, χρησιμοποίησις και θέσις εν λειτουργία τοιούτων έργων θα είναι σύμφωνος προς συστάσεις, τύπους και οδηγίας της Οργανώσεως της Βορειοατλαντικής Συνθήκης (NATO), όπου αύται είναι εφαρμόσιμοι. Χάριν του σκοπού της παρούσης Συμφωνίας και συμφώνως προς τας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των δύο κυβερνήσεων διεξαχθησομένας τεχνικάς συνεννοήσεις η κυβέρνησις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δύναται να φέρη, εγκαθιστά και στεγάζη εν Ελλάδι προσωπικόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Αι ένοπλαι δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και το υπό τον έλεγχόν των υλικόν δύνανται να εισέρχωνται, εξέρχωνται, κυκλοφορούν, υπερίπτανται ελευθέρως εν Ελλάδι και εις τα χωρικά της ύδατα, υπό την επιφύλαξιν οιασδήποτε τεχνικής συνεννοήσεως εις ην ήθελον προέλθη αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο κυβερνήσεων. Αι ενέργειαι αύται απαλλάσσονται οιωνδήποτε τελών, δικαιωμάτων και φόρων».


Με τη συμφωνία αυτή, που συμπληρώθηκε το 1956, οι ΗΠΑ αποκτούσαν το δικαίωμα να εγκαταστήσουν όσες και όποιες στρατιωτικές βάσεις ήθελαν, να διακινούν ελεύθερα όποια και όσα στρατεύματα ήθελαν, χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο, και να έχουν, επιπλέον, το δικαίωμα της ετεροδικίας. «Είμαι ευτυχής και υπερήφανος», δήλωνε ο πρωθυπουργός Παπάγος... Επόμενος σταθμός: Τα χρόνια 1959-61, οπότε εγκαθίστανται στο ελληνικό έδαφος πυρηνικά όπλα.ο 1967, με την εγκαθίδρυση της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας στην Ελλάδα «ανθεί» η ασύδοτη παρουσία των Αμερικανών στην Ελλάδα, ενώ οι στρατιωτικές τους εγκαταστάσεις, διαφόρων τομέων και αποστολών, είναι διάσπαρτες σ' όλη την Ελλάδα, σε στεριά και σε λιμάνια.

Μετά το 1974
Από το 1974, μετά την αντικατάσταση της χούντας από αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις μπαίνουν σε νέο στάδιο. «Πολλά πράγματα άλλαξαν», έγραφε σ' ένα κύριο άρθρο της η «Καθημερινή» ζητώντας «εκσυγχρονισμό» της συμφωνίας του 1953. Αλλωστε, το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα φούντωνε με σαφή αντιαμερικανικό προσανατολισμό βάζοντας στόχους που εκφράζονταν με τα συνθήματα: «Εξω οι βάσεις του θανάτου», «Εξω η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ». Επρεπε να αμβλυνθεί, να αντιμετωπιστεί, να καμφθούν οι αντιιμπεριαλιστικές αντιστάσεις και η τότε κυβέρνηση πάσχιζε να πάρει μέτρα εκσυγχρονισμού σ' αυτά τα πλαίσια, με τη λογική των λεγόμενων εθνικών ανταλλαγμάτων που επικεντρώνονταν στην αναζήτηση από τις ΗΠΑ εγγυήσεων για το δήθεν σταμάτημα των τουρκικών απειλών και της λύσης του Κυπριακού.Ανεφοδιασμός αμερικανικού υποβρυχίου στη Σούδα κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής στο ΙράκΑνεφοδιασμός αμερικανικού υποβρυχίου στη Σούδα κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ

Η προσπάθεια «εκσυγχρονισμού» άρχισε το 1976. Το 1977, στις 26 του Ιούλη, μονογραφήθηκε ένα σχέδιο νέας ελληνοαμερικανικής συμφωνίας, από τον Δ. Μπίτσιο και τον Χ. Κίσινγκερ. Μα το σχέδιο έμεινε σχέδιο. Το έργο του «εκσυγχρονισμού» έμελλε να το φέρει σε πέρας η κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου. Οντας στην αντιπολίτευση, ο Α. Παπανδρέου στιγμάτιζε την πολιτική των «εθνικών ανταλλαγμάτων» με ιδιαίτερη οξύτητα. «Συνεχίζουμε - έγραφε το 1975 στον Κ. Καραμανλή - να εναποθέτουμε την τύχη του έθνους στην Ουάσιγκτον, το NATO, σ' εκείνους ακριβώς που σχεδίασαν ή είναι υπεύθυνοι για την εθνική μας συμφορά». Μα όταν έγινε πρωθυπουργός, το 1981, ο τόνος άλλαξε. «Η κυβέρνησή μου - έλεγε στην πρώτη του συνέντευξη σε αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο - θα ζητήσει εγγύηση των ανατολικών συνόρων μας. Εγγύηση που μπορεί να πάρει τη μορφή απλής δήλωσης, από μέρους της κυβέρνησης των ΗΠΑ, ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι εγγυημένα, απέναντι σε κάθε απειλή». Εξι χρόνια αργότερα εξακολουθεί να ζητάει την ίδια «εγγύηση». Μόνο που, στο μεταξύ, οι βάσεις έμειναν στην Ελλάδα. Από την πλευρά των Αμερικανών, τα πράγματα είναι πολύ πιο καθαρά. Τον ήθελαν τον εκσυγχρονισμό της συμφωνίας του 1953 - μα από τη δική τους σκοπιά. Και κυρίως για την επέκταση της σφαίρας δράσης τους στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό, αλλά και για την υπονόμευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και ιδιαίτερα της ΕΣΣΔ. Αλλωστε, η εγκατάσταση των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα ήταν ένα τεράστιο βήμα ενίσχυσης των θέσεων του ιμπεριαλισμού και της πολεμοκάπηλης επιθετικής πολιτικής του ενάντια στο σοσιαλισμό στα Βαλκάνια και στην ΕΣΣΔ, σε συνδυασμό με τα συμφέροντά του στην Εγγύς και στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω πετρελαίων, αλλά κυρίως λόγω γεωστρατηγικών συμφερόντων.
Από τις μεγαλύτερες βάσεις των αμερικανών, αυτή της Σούδας, καθώς και ο ναύσταθμός της, αποτελούν το ορμητήριό τους στην οποιαδήποτε ιμπεριαλιστική εισβολή τους. Μια έκθεση της υποεπιτροπής για την Ευρώπη, της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Βουλής των ΗΠΑ, που συντάχθηκε τον Οκτώβρη του 1986, γράφει για τις βάσεις στην Ελλάδα: «Η θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο την καθιστά κατάλληλη να προσφέρει στρατιωτικές διευκολύνσεις που ενισχύουν την επιχειρησιακή ικανότητα των αμερικανικών και ΝΑΤΟικών δυνάμεων που δρουν στην περιοχή. Οι ελληνικές διευκολύνσεις συμβάλλουν στη φύλαξη της διόδου του Αιγαίου προς τη Μεσόγειο, προσφέρουν σημαντικούς σταθμούς επικοινωνίας των αμερικανικών και ΝΑΤΟικών δυνάμεων, δίνουν κέντρα στάθμευσης, ελλιμενισμού και αποθήκευσης για τις αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και του NATO και επιτρέπουν τον έλεγχο και την κατασκόπευση των στρατιωτικών δυνάμεων της ΕΣΣΔ στην Ανατολική Μεσόγειο».
Το 1980, αφού είχαν περάσει τρία «νεκρά» χρόνια από τη μονογράφηση του σχεδίου νέας συμφωνίας, άρχισαν νέες συνομιλίες για το καθεστώς των βάσεων στην Ελλάδα, ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στην κυβέρνηση της ΝΔ με πρωθυπουργό τον Γ. Ράλλη. Οι Αμερικανοί υποβάλλουν νέο σχέδιο, το οποίο η Αθήνα απορρίπτει. Αντιπροτείνεται ελληνικό αντισχέδιο, αλλά ήδη από τις αρχές του 1981, καθώς οι εκλογές πλησιάζουν, οι Αμερικανοί κάνουν σαφές ότι δε θέλουν να υπογράψουν συμφωνία με την κυβέρνηση Ράλλη. Οδηγούν τις διαπραγματεύσεις σε ναυάγιο στις 18 του Ιούνη. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ το λέει σχεδόν καθαρά τότε: Θέλουμε να διαπραγματευτούμε με τη νέα κυβέρνηση, που δεν πιστεύουμε ότι θα είναι κυβέρνηση ΝΔ... Και ο Α. Παπανδρέου δηλώνει, τότε, «πολυσήμαντα» ότι θα διαπραγματευτεί με τις ΗΠΑ, αν γίνει κυβέρνηση, και ότι ...«η απομάκρυνση των βάσεων από το έδαφός μας μπορεί να περάσει από μια πρώτη φάση στεγανοποίησης». Οι Αμερικανοί παίρνουν το μήνυμα και αντιδρούν ανάλογα. Ελάχιστες μέρες μετά τις εκλογές του 1981, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, μιλώντας σε ένα δείπνο στη Φλόριδα, στις 15 του Νοέμβρη, καθησυχάζει το αμερικανικό ακροατήριο και συνιστά να μη λαμβάνονται υπόψη τα όσα λέει δημόσια ο νέος Ελληνας πρωθυπουργός. Ο Χέιγκ σημείωνε: «Η νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ελλάδας δεν απαιτεί την απομάκρυνση των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και του στρατιωτικού προσωπικού, παρά τις εικασίες που πιθανότατα συνδέονται με προεκλογική φρασεολογία...».

Οι βάσεις που έφευγαν συνεχίζουν να υπάρχουν
Αλλά αυτό που ο Χέιγκ ονόμασε «προεκλογική φρασεολογία», δεν επέτρεπε εικασίες. Η διακήρυξη της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ έλεγε σαφώς:
«Οι ξένες βάσεις δεν έχουν θέση στη χώρα μας, γιατί αντιστρατεύονται την εθνική μας ανεξαρτησία, γιατί δεν προσφέρονται για την άμυνα της χώρας μας σε περιορισμένο τοπικό πόλεμο και γιατί στην περίπτωση παγκόσμιας σύγκρουσης θα οδηγήσουν σε ολοκαύτωμα».
Η συνέχεια είναι γνωστή. Τον Οκτώβρη του 1982 άρχισαν νέες διαπραγματεύσεις για το καθεστώς των βάσεων, που διήρκεσαν εννέα μήνες, διακόπηκαν δεκάδες φορές, άλλες τόσες δόθηκε η εντύπωση ότι ναυαγούν, μα εν τέλει οδήγησαν σε «αίσιο τέλος», στις 15 Ιούλη 1983. Υπογράφηκε η λεγόμενη συμφωνία απομάκρυνσης των βάσεων. Μα, ω του θαύματος, από τον Οκτώβρη του 1985, οι Αμερικανοί θέτουν πιεστικά το ερώτημα: Πώς θα ανανεωθεί το καθεστώς των βάσεων μετά το 1988; Και η κυβέρνηση Παπανδρέου, αντί να απαντήσει απλά ότι ...δε θα ανανεωθεί, διότι έτσι δεσμεύτηκε απέναντι στον ελληνικό λαό, μπήκε στη διαδικασία της «βήμα προς βήμα» υπαναχώρησης. Αλλωστε, η λεγόμενη για το ΠΑΣΟΚ συμφωνία απομάκρυνσης των βάσεων ήταν συμφωνία παραμονής τους. Το άρθρο 12 ήταν σαφές: «Η συμφωνία αυτή θα τεθεί σε ισχύ όχι αργότερα από τις 31 Δεκεμβρίου 1983, με την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δύο μερών που θα διευκρινίζουν ότι ρυθμίστηκαν οι αντίστοιχες συνταγματικές τους υποχρεώσεις. Η συμφωνία αυτή μπορεί να τερματιστεί μετά πέντε χρόνια με έγγραφη ειδοποίηση οποιουδήποτε των μερών, η οποία (ειδοποίηση) θα πρέπει να δοθεί πέντε μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θα λάβει χώρα ο τερματισμός (της συμφωνίας)». «Μπορεί να τερματιστεί» λοιπόν και όχι «τερματίζεται». Η διατύπωση σημαίνει ότι μπορεί και να μην τερματιστεί.

Το Μάρτη του 1986, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζορτζ Σουλτς έρχεται στην Αθήνα και ανακοινώνει ότι πέτυχε μια συμφωνία με τον Ελληνα πρωθυπουργό, να αρχίσουν νέες συνομιλίες ώστε να λυθεί «έγκαιρα, πολύ πριν το Δεκέμβρη του 1988» το θέμα του μέλλοντος των βάσεων.Και πράγματι για άλλη μια φορά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που είχε εξαπατήσει τον ελληνικό λαό με τη συμφωνία που υπέγραψε στα 1983, υποσχόμενη ότι οι βάσεις θα έφευγαν οριστικά, συνέχισε στην ίδια ρότα συνέχισης και ενίσχυσης των ιμπεριαλιστικών θέσεων στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο. Ετσι στις 23 Γενάρη του 1987, ο Ανδρέας Παπανδρέου στη Βουλή αναγγέλλει επίσημα την έναρξη νέων διαπραγματεύσεων για τις βάσεις επί μηδενικής βάσης. Ουσιαστικά, όπως είδαμε, οι διαπραγματεύσεις όχι μόνο είχαν ξεκινήσει, αλλά μάλλον υπήρχε και κατ' αρχήν κατάληξη. Και εκείνο το «από μηδενικής βάσης» ήταν ένα ακόμη επιχείρημα απάτης, αφού οι βάσεις ήταν εγκαταστημένες στην Ελλάδα, η δε απομάκρυνσή τους ήταν δυνητική. Αλλά είπαμε. Οι βάσεις είχαν γίνει για την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το παραμύθι μιας «εθνικά ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής» που στηριζόταν στους αμερικανικούς εξοπλισμούς δήθεν έναντι της Τουρκίας και της επίσης υποτιθέμενης αμερικανοΝΑΤΟικής προστασίας των συνόρων στο Αιγαίο από τη σύμμαχο στο ΝΑΤΟ Τουρκία! Δηλαδή, οι Αμερικανοί είχαν ουσιαστικά τον πρώτο λόγο για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, τα οποία τότε δε φαίνονταν ότι εκχωρούνταν ανοιχτά (σήμερα η ΝΑΤΟποίηση του Αιγαίου είναι γεγονός), αλλά η ίδια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στον ανταγωνισμό με την Τουρκία τα ΝΑΤΟποιούσε. Και αυτό ονομαζόταν προστασία, με ανταλλαγή την παραμονή των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα!  Στη συνέχεια στις 24 Μάη ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοινώνει ότι το νέο κείμενο που θα προκύψει από τις διαπραγματεύσεις θα μπει στην έγκριση του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα. Η προπαγάνδα του ΠΑΣΟΚ δούλευε καλά ως προς αυτό. Δηλαδή, στην ενεργότερη συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Είναι το ίδιο πράγμα μ' αυτό που οι σημερινοί κυβερνώντες λένε με κομπασμό ότι η φωνή της Ελλάδας ακούγεται στους διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ενωση). Βεβαίως, μετά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μπήκε στη δίνη μιας περιόδου που καταγράφηκε στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας ως «περίοδος των σκανδάλων», με προεξάρχον αυτό του Κοσκωτά. Ετσι πέρασαν τα πέντε χρόνια, αλλά πριν περάσουν οι δεκαεφτά μήνες, κυβέρνηση, στις εκλογές του Απρίλη του 1990, αναδεικνύεται η ΝΔ με πρωθυπουργό τον Κ. Μητσοτάκη. Η συμφωνία για την παραμονή των βάσεων, που είχε καταληχθεί ήδη από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν είχαν πέσει ακόμη οι υπογραφές, έγινε τελικό κείμενο συμφωνίας, που την υπέγραψαν στις 8 Ιούλη ο Αντώνης Σαμαράς ως υπουργός Εξωτερικών της ΝΔ και ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης ως υπουργός Αμυνας της ΝΔ και από την πλευρά των ΗΠΑ ο Ντικ Τσένεϊ, σημερινός αντιπρόεδρος και τότε υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ και ο Μάικλ Σωτήρχος, πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Το νέο χαρακτηριστικό, η κατ' έτος ανανέωσή της, γεγονός που συνεχίζεται ως τα σήμερα.
Και η συμπληρωματική επαίσχυντη συμφωνία

Στις 13 Ιουνίου 2001 στις Βρυξέλλες από τους υπουργούς Εξωτερικών, Ελλάδας και ΗΠΑ, Γ. Παπανδρέου και Κ. Πάουελ, υπογράφτηκε στα πλαίσια της ετήσιας ανανέωσης παραμονής των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα, συμπληρωματική συμφωνία με τον τίτλο «Συνολική Τεχνική Συμφωνία μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και ΗΠΑ», που ήρθε προς κύρωση στη Βουλή από την κυβέρνηση. Πρόκειται για τη συμφωνία που καθιερώνει καθεστώς γενικευμένης ετεροδικίας για όλους τους Αμερικανούς (καθεστώς ετεροδικίας υπήρχε και πριν, αλλά τώρα επεκτάθηκε, αφού επεκτάθηκε και η κίνηση των ΑμερικανοΝΑΤΟικών σ' όλη την Ελλάδα, προκειμένου να διευκολύνεται η διεξαγωγή των πολέμων), στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό, που βρίσκονται με κρατική αποστολή στην Ελλάδα.
Η συμφωνία αυτή είναι συμπληρωματική της ισχύουσας συμφωνίας για τις αμερικανικές βάσεις, του 1990 (MDCA). Η συμπληρωματική αυτή συμφωνία καλύπτει εκτός από το προσωπικό των βάσεων και τους Αμερικανούς που υπηρετούν στις ΝΑΤΟικές εγκαταστάσεις και στα ΝΑΤΟικά στρατηγεία στην Ελλάδα και οποιονδήποτε άλλο Αμερικανό πολίτη, στον οποίο θα δίνεται το «χρίσμα» του μέλους της αποστολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι βάση για την παρούσα συμφωνία, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, είναι εκτός από τη συμφωνία του 1990, η «Σύμβαση μεταξύ των κρατών - μελών της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού για το Νομικό Καθεστώς των Δυνάμεων αυτών» του 1951.
Ειδικότερα στο άρθρο 2 ορίζεται «το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως, το οποίο περιλαμβάνει τις δυνάμεις των ΗΠΑ, τα μέλη της δυνάμεως και το πολιτικό προσωπικό που υπηρετούν στις ευκολίες των ΗΠΑ στην Ελλάδα ή βρίσκονται σε εκτέλεση υπηρεσίας στην Ελλάδα, καθώς και στα εξαρτώμενα από αυτούς μέλη». Με αυτή τη συμπληρωματική συμφωνία τα μέλη οποιουδήποτε είδους κρατικής αποστολής των ΗΠΑ, θα μπορούν να παραβιάζουν τους ελληνικούς νόμους και να διαπράττουν εγκλήματα επί του ελληνικού εδάφους, χωρίς το φόβο της τιμωρίας από τον ελληνικό νόμο.
Η ετεροδικία θεσμοθετείται με την παραίτηση των ελληνικών αρχών από το δικαίωμα άσκησης ποινικής δίωξης κατά των Αμερικανών. Το άρθρο 4 περί ποινικής δικαιοδοσίας ορίζει: «Η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει την ιδιαίτερη σημασία της ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου από τις στρατιωτικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών στα μέλη της δυνάμεως και την επίδραση που έχει ο έλεγχος αυτός στην επιχειρησιακή ετοιμότητα. Οι αρμόδιες Ελληνικές αρχές, συμφώνως προς τις διατάξεις του Αρθρου 7, παράγραφος 3 (γ) της ΝΑΤΟ SOFA και της MDCA, θα εξετάσουν ταχέως και συμπαθώς την παραίτηση από το πρωταρχικό τους δικαίωμα για την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας».
Και συνεχίζει: «Σε κάθε περίπτωση η παραίτηση θα θεωρείται παρασχεθείσα, εάν, εντός 45 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη το αίτημα από τη Μεικτή Επιτροπή, η αρμόδια Ελληνική αρχή δεν έχει γνωστοποιήσει στις στρατιωτικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών ότι το αίτημα απερρίφθη ή δεν έχει ζητήσει διευκρινίσεις επί του αιτήματος». Αυτό το τελευταίο βεβαίως, με δεδομένο το συσχετισμό ΗΠΑ - Ελλάδας στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί. Άλλωστε τα όσα τελευταία έχουν συμβεί, όπως π.χ. ξυλοδαρμοί Ελλήνων πολιτών (Χανιά) από Αμερικανούς και παρά τη σύλληψη των Αμερικανών από τις ελληνικές αρχές, κανείς δεν πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης. Με βάση λοιπόν αυτό το καθεστώς, οι Αμερικανοί έχουν επί του ελληνικού εδάφους μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, ή πιο σωστά θα είναι ασύδοτοι να εγκληματούν καθώς δε θα ελέγχονται από το νόμο και δε θα τιμωρούνται.
Στις σύγχρονες συνθήκες
Οι αμερικανοΝΑΤΟικές βάσεις που είναι εγκαταστημένες στην Ελλάδα είναι το μόνιμο ορμητήριο του ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή μας.
Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας μετέτρεψε τη χώρα σε πολεμικό ορμητήριο, με την πολιτική των επεμβάσεων σε διάφορες χώρες του πλανήτη και τα τυχοδιωκτικά σχέδια της «νέας τάξης». Οι βάσεις, στη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων κατά του Αφγανιστάν και του Ιράκ, τέθηκαν σε πολεμική ετοιμότητα, αλλά και προηγουμένως κατά τη διάρκεια των ΝΑΤΟικών βομβαρδισμών κατά της Γιουγκοσλαβίας. Κατά τον πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας, η βάση της Σούδας ήταν σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας και εξυπηρετούσε τις επιχειρησιακές ανάγκες του ΝΑΤΟ, λειτουργώντας είτε ως κατασκοπευτικό είτε ως επιχειρησιακό κέντρο για την εκτέλεση των ΝΑΤΟικών αεροπορικών επιδρομών. Τέτοιο ρόλο έπαιξε και στη διάρκεια των ΝΑΤΟικών βομβαρδισμών κατά των Σέρβων της Βοσνίας, πριν από την επιβολή της συνθήκης του Ντέιτον. Επίσης, και κατά την επιδρομή των ΗΠΑ ενάντια στη Λιβύη το 1986, κατά την περίοδο της επίθεσης στον Περσικό Κόλπο το 1991.
Ειδικά μετά τις 11 Σεπτέμβρη και το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, οι αμερικανοΝΑΤΟικές βάσεις στη χώρα μας τέθηκαν σε ύψιστο βαθμό πολεμικής ετοιμότητας, καθώς η κινητοποίηση αποσκοπούσε τόσο στην υποστήριξη των πολεμικών επιχειρήσεων όσο και στην προστασία των ίδιων των εγκαταστάσεων, αφού χαρακτηρίστηκαν πιθανοί στόχοι τρομοκρατικών χτυπημάτων, στα οποία προσδόθηκαν χαρακτηριστικά πολεμικών πληγμάτων.
Εξάλλου, η Ελλάδα με την ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ τέθηκε κατ' ουσία σε εμπόλεμη κατάσταση. Η τότε ελληνική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσφέρει τις βάσεις και το ελληνικό έδαφος στη διάθεση των Αμερικανών. Σε τέτοια έκταση δεν είχε γίνει ούτε στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο, τότε που επέδειξαν μεγάλη πολεμική ετοιμότητα η βάση της Σούδας και οι άλλες αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα την περίοδο του Πολέμου των 6 ημερών στη Διώρυγα του Σουέζ, το 1973, και στην επιδρομή των Ισραηλινών στο Λίβανο. Να θυμίσουμε ακόμα το ρόλο των αμερικανικών βάσεων κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974: Οι ΗΠΑ από τις βάσεις τους συνέβαλαν στην εξουδετέρωση κάθε ελληνικής αντίδρασης και επομένως στην επιτυχία της εισβολής. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση ο αποπροσανατολισμός ελληνικών βομβαρδιστικών που απογειώθηκαν από την Κρήτη και τελικά αναγκάστηκαν να αδειάσουν τις βόμβες τους στη θάλασσα.
Οι ΗΠΑ με την έναρξη των βομβαρδισμών κατά του Αφγανιστάν απαίτησαν και τους διατέθηκε ο ελληνικός εναέριος χώρος για τη διέλευση των αεροσκαφών τους, μεταγωγικών και μαχητικών. Αλλωστε, η ελληνική κυβέρνηση προσφέρθηκε για κάθε είδους διευκόλυνση και συμμετοχή. Σε πολεμική κινητοποίηση τέθηκαν η αεροναυτική βάση της Σούδας και η βάση του Ακτιου, που αποτελεί προκεχωρημένη βάση εξόρμησης των ιπτάμενων ραντάρ (ΑΒΑΚΣ). Στην υπηρεσία του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών τέθηκαν άμεσα και τα ραντάρ της Πολεμικής Αεροπορίας, από τα οποία παρέχεται κατευθείαν εικόνα στα ΝΑΤΟικά επιτελεία μέσω του αεροπορικού στρατηγείου της Νάπολης.
Την ίδια ώρα το ΝΑΤΟικό περιφερειακό στρατηγείο της Λάρισας συμμετείχε ενεργά στην πολεμική κινητοποίηση.
Σήμερα υπάρχει επίσημα επί του ελληνικού εδάφους μόνο μία αμερικανική βάση, η βάση της Σούδας, όπου έχουν συγκεντρωθεί οι δραστηριότητες και των άλλων αμερικανικών βάσεων που έκλεισαν (Ν. Μάκρη, Ελληνικό, Γούρνες). Η βάση της Σούδας εντάσσεται στις «επιχειρησιακές διευκολύνσεις» που παρέχει η Ελλάδα στα αμερικανικά πολεμικά πλοία και αεροσκάφη. Η προσφορά της βάσης της Σούδας στην εξυπηρέτηση των αμερικανικών σχεδίων είναι ιδιαίτερα σημαντική και αναντικατάστατη.
Η Κρήτη, στην καρδιά της Μεσογείου, προσφέρεται ως το βασικότερο στήριγμα του 6ου Στόλου και άλλων μονάδων για επιχειρήσεις σε οποιαδήποτε κατεύθυνση. Επίσης, η Σούδα συνδέεται επιχειρησιακά με τις αγγλικές βάσεις της Κύπρου και κατέχει στρατηγική θέση στους σχεδιασμούς των Αμερικανών για την ευρύτερη περιοχή. Μαζί δε με τις εγκαταστάσεις ραντάρ στη Ζήρο της Κρήτης αποτελεί έναν ενιαίο ιστό με τη βάση στο Ιντσιρλίκ της Τουρκίας και τις αμερικανικές βάσεις στη Γερμανία.
Η Σούδα αποτελεί ναυτική και αεροπορική βάση για τις αμερικανικές δυνάμεις, που βρίσκονται στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο παράρτημα της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας υπάρχει συγκεκριμένη διατύπωση, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους Αμερικανούς να αποβιβάζουν στο νησί τμήματα πεζοναυτών, που προορίζονται για επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή.
Η βάση της Σούδας μπήκε ενεργά στις πολεμικές προετοιμασίες για επίθεση στο Ιράκ. Οι πολεμικές προετοιμασίες των αμερικανοΝΑΤΟικών δυνάμεων για επίθεση στο Ιράκ περιλάμβαναν και την Κρήτη με τη βάση της Σούδας. Η Κρήτη κατέχει θέση που δίνει στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο έδαφός της στρατηγική σημασία όχι μόνο για επιχειρήσεις στην περιοχή της Ανατ. Μεσογείου, αλλά και σε περιοχές πέραν αυτής, όπως ο Περσικός Κόλπος.
Τις μέρες προετοιμασίας του πολέμου στο Ιράκ, η Κρήτη είχε μετατραπεί σε προκεχωρημένο σταθμό πολεμικής προετοιμασίας των αμερικανοΝΑΤΟικών δυνάμεων. Το αεροδρόμιο του Ηρακλείου και η βάση της Σούδας στα Χανιά θυμίζουν εικόνες από τον πόλεμο του 1991 στον Περσικό Κόλπο. Μεταγωγικά αεροσκάφη προσγειώνονταν κατά δεκάδες για ανεφοδιασμό, συνεχίζοντας την πορεία τους προς τον Περσικό Κόλπο.
Επιχειρησιακές δυνατότητες της Σούδας
Η βάση της Σούδας αποτελεί τη σημαντικότερη βάση για τα αεροσκάφη τάνκερ(εναέριου ανεφοδιασμού), για τον ανεφοδιασμό εν πτήσει των αεροσκαφών που υπάγονται στον 6ο Στόλο και άλλων αεροσκαφών παρακολούθησης. Παράλληλα, αποτελεί πολύτιμη βάση των πλοίων του 6ου Στόλου. Συνέβαλε κατά την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ και σ' αυτό τον τομέα ενισχύοντας τους ιμπεριαλιστές.

Οι αποστολές και οι επιχειρησιακές δυνατότητες της βάσης της Σούδας, σύμφωνα με τις ισχύουσες ελληνοαμερικανικές συμφωνίες για τις βάσεις, είναι οι παρακάτω:
1. Λειτουργίες πτήσεων, συντήρηση και υποστήριξη των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας των ΗΠΑ. Εχει παραχωρηθεί ο βόρειος βρόχος του Πολεμικού Αεροδρομίου της Σούδας, έκταση και υποδομή, για πλήρη υποστήριξη. Στο χώρο αυτό υποστηρίζονται και συντηρούνται τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας των ΗΠΑ, αποστολή των οποίων είναι ο ανθυποβρυχιακός πόλεμος.
2. Χρησιμοποίηση του αεροδρομίου ως εναλλακτικού για τα αεροσκάφη των αεροπλανοφόρων. Ο 6ος Στόλος κινείται τον περισσότερο καιρό στην ευρύτερη περιοχή της Ανατ. Μεσογείου, χρειάζεται λοιπόν ένα εναλλακτικό αεροδρόμιο για περιπτώσεις ανάγκης, δηλαδή σε περίπτωση βλάβης των αεροσκαφών στον αέρα ή βλάβης στο σύστημα ανάσχεσης των αεροσκαφών του αεροπλανοφόρου.
3. Εναποθήκευση, συντήρηση και συναρμολόγηση ναρκών. Οι Αμερικανοί διατηρούσαν πάντα ένα απόθεμα ναρκών στη Σούδα για τις επιχειρησιακές ανάγκες του 6ου Στόλου.
4. Εναποθήκευση και συντήρηση συμβατικών πυρομαχικών. Υπάρχουν αποθήκες πυρομαχικών στον κόλπο της Σούδας, όπου έχουν τοποθετηθεί πυρομαχικά για τις ανάγκες των αεροσκαφών που επιχειρούν από τα αεροπλανοφόρα.
5. Επικοινωνίες. Οι Αμερικανοί διαθέτουν στη βάση της Σούδας ασύρματες επικοινωνίες για να επικοινωνούν με τα πλοία και τα αεροσκάφη του 6ου Στόλου.
6. Δραστηριότητες διοικητικής και εφοδιαστικής υποστήριξης. Η βάση της Σούδας χρησιμοποιείται σαν ενδιάμεσος σταθμός για τον εφοδιασμό του 6ου Στόλου σε υλικά και μέσα, που μεταφέρονται με αεροσκάφη στα αεροπλανοφόρα ή με ελικόπτερα στα άλλα πλοία. Ακόμα και για τις ανάγκες του προσωπικού η Σούδα αποτελεί τον ενδιάμεσο σταθμό και υπάρχουν γι' αυτό το σκοπό εγκαταστάσεις στρατωνισμού του προσωπικού.
Με την κατάργηση των βάσεων της Νέας Μάκρης και του Ελληνικού, δύο από τις κύριες επιχειρησιακές δραστηριότητες που καλύπτονταν από τις βάσεις αυτές μετακόμισαν κατά μεγάλο μέρος τους στη Σούδα: α) Επικοινωνίες για τη διοίκηση και τον έλεγχο των αμυντικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη Μεσόγειο που λειτουργούσαν στη Νέα Μάκρη. β) Στάθμευση, διεξαγωγή πτήσεων, συντήρηση και υποστήριξη των αεροσκαφών ηλεκτρονικής αναγνώρισης και επεξεργασίας των στοιχείων στο έδαφος. Η λειτουργία αυτή στεγαζόταν στο Ελληνικό και είχε σκοπό την αναγνώριση όλων των ηλεκτρονικών εκπομπών στην περιοχή, την καταγραφή τους και την επεξεργασία τους σε ειδική τράπεζα πληροφοριών.
Σήμερα οι διευκολύνσεις των αμερικανοΝΑΤΟικών αποτελούν υποχρέωση της Ελλάδας έναντι της συμμαχίας στην οποία ανήκει. Δηλαδή, οι βάσεις δεν περιορίζονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή, αλλά όλη η χώρα και οι Ενοπλες Δυνάμεις της είναι στην υπηρεσία του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, βάσεις του ΝΑΤΟ αποτελούν κατά περίπτωση και όλα τα λιμάνια και αεροδρόμια της χώρας. Ολη η Ελλάδα είναι μια βάση εξόρμησης για την επιβολή των τυχοδιωκτικών σχεδίων της «νέας τάξης πραγμάτων» στην περιοχή.
Πηγές:
1. «Οι βάσεις στην Ελλάδα - Κείμενα του Ριζοσπάστη», έκδοση του «Ριζοσπάστη», 1987.
2. Σπ. Λιναρδάτου: «Από τον εμφύλιο στη χούντα», εκδόσεις «Παπαζήση», τόμος β΄, σελ. 121.
3. Εφημερίδα «ΠΟΝΤΙΚΙ» 28/8/87.
4. Γ. Ασούρα: «Η Ελλάδα κάτω από την κυριαρχία των ΕΠΑ και του ΝΑΤΟ», εκδόσεις «ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ», 1975, σελ. 31-32.

Δεν υπάρχουν σχόλια: