Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Γιατί θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ως δική μας υποχρέωση το χρέος που συσσώρευσε η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία ?



Οταν μιλάμε για κρίση σήμερα στην Ελλάδα, είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε πρώτα απ' όλα για το δημόσιο χρέος. Όχι μόνο γιατί συνοψίζει την κρίση και τη χρεωκοπία του ελληνικού καπιταλισμού σήμερα, αλλά γιατί το δημόσιο χρέος με την εξυπηρέτηση του έχει μετατραπεί σε βασικό μοχλό ανατροπής του συνόλου των ιστορικών κατακτήσεων της εργαζόμενης κοινωνίας σε εργασιακές σχέσεις, κοινωνικά δικαιώματα, δημοκρατία. Με το χρέος επιχειρείται η μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου που έχει γίνει ποτέ σε βάρος του λαού και της χώρας. Επιχειρείται να παγιωθεί ένα πρωτόγνωρο καθεστώς γενικευμένης εκποίησης υπό την πολιτική εποπτεία της Ε.Ε. και την αποικιοκρατική κηδεμονία του ΔΝΤ. Θα το δεχτεί αυτό η Αριστερά; Επομένως, δεν μπορεί κανείς να είναι πειστικός στην αντίθεση του με τα μέτρα της κυβέρνησης, αν δεν απαντά πρώτα απ' όλα στο θεμελιώδες ερώτημα:  Τι θα γίνει με το δημόσιο χρέος; Γιατί ο λαός και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να επωμιστούν την αποπληρωμή του; Γιατί θα πρέπει να αναγνωρίσουν ως δική τους υποχρέωση το χρέος που συσσώρευσε η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία μέσα από τη λεηλασία αυτού του τόπου;  Γιατί θα πρέπει να πληρώσουν για το καθεστώς της διαφθοράς και της ασυδοσίας, του οποίου προϊόν αποτελεί το δημόσιο χρέος; Τι σόι Αριστερά είναι αυτή που, αντί να πει το αυτονόητο, κάθεται και διαπραγματεύεται απλά τους όρους διαχείρισης και αποπληρωμής του χρέους; Τι σόι Αριστερά είναι αυτή που, αντί από θέση αρχής να παλέψει για την άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους μέσα από μια μονομερή παύση πληρωμών, συζητά μόνο για το πώς θα καταφέρει η χώρα να βρειχαμηλότοκα δάνεια; Λες κι αν η χώρα βρει δάνεια με επιτόκια Γερμανίας ή με 1%, λύθηκε το πρόβλημα. Λες και θα πάψει η απομύζηση πλούτου και εισοδημάτων της χώρας από τους διεθνείς κερδοσκόπους, τοκογλύφους και δανειστές.

Ένα το δίλημμα, μια και η απάντηση. Το δίλημμα που ξεκαθαρίζει σήμερα την ήρα από το στάρι, τους αβανταδόρους των πολυεθνικών και των τραπεζιτών από τους αληθινούς αγωνιστές του λαού και της εργατικής τάξης, έχει τεθεί από την ίδια την κοινωνία. Κι αυτό δεν είναι το Δεξιά ή Αριστερά. Ούτε το υπέρ ή κατά των μέτρων της κυβέρνηση. Αλλά το αν πρέπει ή όχι ο λαός και χώρα να ξεπουληθεί, προκειμένου να πληρώσει το δημόσιο χρέος της ρεμούλας και της κερδοσκοπίας. Ιδίως όταν ελληνικός λαός, μέσα από τη διασπάθιση του εισοδήματος και των δικαιωμάτων του έχει πληρώσει μιάμιση φορά το υπάρχον χρέος μέσα στην τελευταία δεκαετία και πάνω από δυόμισι φορές, αν υπολογιστεί από την πρώτη επιβολή της μονόπλευρη λιτότητας το 1984.   Όποιος σήμερα αποφεύγει να τοποθετηθεί καθαρά και να προτάξει το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους μέσα από τη μονομερή παύση πληρωμών, τότε βρίσκεται στην αντίπερα όχθη.  Είτε το ξέρει είτε όχι. Είτε προσπαθεί να θολώσει τα νερά με γενικές καταγγελίες του καπιταλισμού, όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ. Είτε τρέμει μήπως και τεθεί θέμα εξόδου από το ευρώ και την ΟΝΕ όπως συμβαίνει με την ηγεσία του ΣΥΝ.  Το περίεργο και τερατώδεςμε τις ηγεσίες της Αριστεράς σήμερα είναι ότι καλούν τον απλό κόσμο να υποστεί τη δήμευση της ζωής και της χώρας του, γιατί, αν τυχόν και διεκδικήσει μονομερή παύση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ, τότε χιλιάδες λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί θα επιπέσουν στους άμοιρους που αψήφησαν τον Ύψιστο εκ Βρυξελλών και Ουάσινγκτον. Αντί να επενδύσουν στη δύναμη του λαού, στους αγώνες του, στην ανάγκη του να ανατρέψει τη σημερινή κατάσταση, να σπάσει τα δεσμά και τα τετελεσμένα, επικαλούνται την αδυναμία του μπροστά στις δήθεν πανίσχυρες αγορές, το ισχυρό ευρώ και τη δήθεν πανίσχυρη Ε.Ε. . Αφήστε πρώτα να φτιάξουμε μια άλλη Ευρώπη, αφήστε να εφεύρουμε ένα καλύτερο ευρώ, αφήστε να ανακαλύψουμε μια καλύτερη ΕΚΤ, που να χρηματοδοτεί με 1% τα κράτη, αφήστε να διαπραγματευτούμε με τους γύπες των αγορών μήπως και μας φιλοδωρήσουν με την ελεημοσύνη τους, αφήστε να αλλάξουν οι συσχετισμοί και, τέλος πάντων, αφήστε να έρθει η επουράνια βασιλεία του Κυρίου και έπειτα βλέπουμε. Έπειτα, αφού η χώρα θα έχει ξεπουληθεί μέχρι το τελευταίο ακατοίκητο νησάκι της, αφού ο λαός θα έχει υποστεί τα πάνδεινα, θα έρθουν όλοι αυτοί, που σήμερα αρνούνται να θέσουν το αυτονόητο, για να πουν ότι δικαιώθηκαν.  Αριστερή πολιτική πάνω στο πτώμα της χώρας και των εργαζομένων δεν μπορεί να υπάρξει. Το αίτημα της άρνησης της πληρωμής του χρέους δεν είναι «ύστατο μέσο», ούτε κάτι που μπορεί εύκολα να «απορροφήσει» ο καπιταλισμός. Αποτελεί, μαζί με την έξοδο από το ευρώ, τη μόνη δυνατή αφετηρία για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας προς όφελος του λαού. Όλες οι άλλες επιλογές αποτελούν προϊόν φόβου, ήττας και συνθηκολόγησης με την κυρίαρχη πολιτική. http://tsak-giorgis.blogspot.com/2010/04/blog-post_880.htmlΔημήτρης Καζάκης, οικονομολόγος - συγγραφέας. (Το άρθρο βρίσκεται στην εφημερίδα "Δρόμος".)





Το έγκλημα της Τράπεζας της Ελλάδος .. >>






----------------------------------------------------

Ο κ. Παπακωνσταντίνου κάλεσε σε τηλεοπτική συνέντευξη του όλους τους δημοσιογράφους και τους σώφρονες πολιτικούς όλων των κομμάτων να «εξηγήσουν» στον αφελή λαό τι καταστροφή θα ήταν αν τολμούσε η Ελλάδα να αρνηθεί το χρέος και να φύγει από το ευρώ.  Κάποιοι στην Αριστερά φάνηκαν ιδιαιτέρως πρόθυμοι να αναλάβουν τη δουλειά: Η άρνηση του χρέους και η έξοδος από το ευρώ αν δεν είναι «διαχειριστικά αιτήματα», προϋποθέτουν τουλάχιστον επανάσταση για να επιβληθούν. Γι' αυτό κι ο λαός μπορεί ελεύθερα να εξεγείρεται, να κάνει πόλεμο, να κατεβαίνει στους δρόμους και να οργίζεται γι' αυτό που του επιβάλουν, αρκεί να μην θέτει αιτήματα που ενοχλούν το σύστημα. Ολόκληρος ο μικροαστισμός της γραφειοκρατίας των κομμάτων της Αριστεράς επί σκηνής. Αυτά τα αιτήματα, λένε, είναι πολύ επαναστατικά για την υγεία του λαού και της εργατικής τάξης. Λείπουν οι συνθήκες  δεν είναι έτοιμος ο λαός. Και τέλος πάντων, αφήστε πρώτα να έρθει η δευτέρα παρουσία μιας πανευρωπαϊκής αναγέννησης, ή έστω κάποιο είδος σοσιαλισμού και ύστερα βλέπουμε. Τώρα, αν μέχρι τότε ο ελληνικός λαός υποστεί μια από τις χειρότερες καταστροφές στην ιστορία του, δεν έχει καμιά σημασία. Οι κύριοι αυτοί είναι αρκετά επαναστάτες και «διεθνιστές», ώστε να το αντέξουν. Αρκεί να διασωθεί η θεσούλα τους στον κομματικό μηχανισμό, η πολιτική αργομισθία που έχουν εξασφαλίσει και φυσικά οι ιδεοληψίες που δικαιώνουν την ύπαρξη τους. Όλα τα άλλα θα τα φορτωθεί ο λαουτζίκος για να μπορούν να του πουν, όπως πάντα, «είδες που είχαμε δίκιο, ο καπιταλισμός είναι πολύ κακό πράγμα!».



Από αίτημα της ανερχόμενης φιλελεύθερης αστικής τάξης...
Ας τους βγάλουμε από την αγωνία τους. Τα αιτήματα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και η έξοδος από το ευρώ δεν είναι ούτε επαναστατικά, ούτε σοσιαλιστικά μέτρα. Είναι βαθιά δημοκρατικά αιτήματα από τη σκοπιά του λαού και της εργατικής τάξης. Ειδικά η άρνηση του χρέους, που ορισμένοι στην Αριστερά κάνουν σαν να το ακούν για πρώτη φορά, κατάγεται από τις μεγάλες αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα. «Η Ιακωβίνικη κυβέρνηση του 1793 υιοθέτησε τη θέση ότι ένας ελεύθερος λαός δεν χρειάζεται να πληρώσει τα χρέη που ένας "τύραννος" (...) έχει συσσωρεύσει» (1), έγραφε ο Καρλ Σμιτ. Έτσι για πρώτη φορά η ελευθερία και η κυριαρχία ενός λαού συνδέθηκε ,με την ακύρωση και διαγραφή των χρεών των «τυραννικών καθεστώτων» που ανατρέπει η δημοκρατία.
Οι νεοσύστατες ΗΠΑ πάτησαν στα πόδια τους διαγράφοντας τα χρέη τους προς τους Βρετανούς. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Τόμας Τζέφερσον απαντούσε σ' όσους έτρεμαν την ιδεατής διαγραφής του χρέους ως εξής: «Δεν ανήκω σ' εκείνους που φοβούνται το λαό. Αυτός και όχι οι πλούσιοι αποτελούν την εγγύηση μας για διαρκή ελευθερία. Και για να προστατεύσουμε την ανεξαρτησία του δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε στους κυβερνώντες να μας φορτώσουν με διαρκές χρέος...
Αν βρεθούμε σε κατάσταση τέτοιου χρέους ώστε να αναγκαστούμε να φορολογηθούμε για ό,τι τρώμε και πίνουμε, για τα αναγκαία και τις ανέσεις μας, για τις εργασίες και τις διασκεδάσεις μας... όπως συμβαίνει με το λαό της Αγγλίας, τότε και ο λαός μας θα χρειαστεί να δουλεύει 16 ώρες από τις 24 και να δίνει ό,τι κερδίζει από τις 15 ώρες στην κυβέρνηση για τα χρέη της και τις καθημερινές δαπάνες της...   Τότε όμως δεν θα έχουμε χρόνο για να σκεφτούμε και κανένα μέσο για να εγκαλέσουμε αυτούς που μας κυβερνάνε άσχημα. Δεν θα έχουμε καμιά άλλη επιλογή από το να εκμισθώνουμε τους εαυτούς μας σε εκείνους που το μόνο που θέλουν είναι να μας-κρατάνε δεμένους... έως ότου ο κύριος όγκος της κοινωνίας  καταλήξει να είναι ένα απλό αυτόματο, μιζέριας δίχως καμιά άλλη αίσθηση εκτός από το να αμαρτάνει και να υποφέρει» . Ήταν τόσο φυσιολογικό το αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών από την ανερχόμενη φίλελεύθερη αστική τάξη, που ο Φράνσις Γουόκερ, ένας από τους πατέρες της δημόσιας οικονομικής τον 19ο αιώνα, έγραφε: «Κανένα μεγάλο εθνικό χρέος δεν πληρώθηκε ποτέ, ούτε αντιμετωπίστηκε με κάποιον άλλο τρόπο, εκτός από την άρνηση της αποπληρωμής του». Κι αυτό γιατί, «η οικονομία του εθνικού χρέους, κάτω από το υπάρχον χρηματοπιστωτικό σύστημα, οδηγεί πάντα στην εξαθλίωση των παραγωγικών τάξεων. Ολόκληρη η επίδραση πάνω τους είναι καταπιεστική . Τους στερεί κάθε δυνατότητα έντιμης ανταμοιβής, μέσα από ένα ψεύτικο χρήμα, το οποίο τους ληστεύει ένα μεγάλο μέρος από τους ονομαστικούς μισθούς τους. Τους επιβάλει, μέσα από την έμμεση φορολογία, ένα εντελώς άδικο ποσοστό των δημόσιων βαρών και στην πράξη είναι ένας τεράστιος μηχανισμός για την καταπίεση και την υποβάθμιση τους, έστω κι αν δεν είναι εκ προθέσεως».



...αίτημα της εργατικής τάξης

Καθώς η αστική τάξη σταθεροποιούνταν στην εξουσία και λίγο αργότερα η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου την μετάλλασσε σε μια βαθιά αντιδραστική τάξη , ξέχασε ότι η διαγραφή των χρεών υπήρξε η ιδρυτική πράξη της δημοκρατίας της. Οι εκπρόσωποι της ανέλαβαν να την εξορκίσουν δια παντός από την πολιτική και οικονομική φιλολογία. Ομως από την εποχή της "συνωμοσίας των Ίσων", ήταν η εργατική τάξη εκείνη που υιοθέτησε τα ριζοσπαστικά αιτήματα της αστικής δημοκρατίας. Το ίδιο συνέβη και με το αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών, που ιδίως μετά τις επαναστάσεις του 1848 διαχώριζε το εργατικό κίνημα από τους αστούς και μικροαστούς δημοκράτες που ζητούσαν απλά ρύθμιση των χρεών. Από τότε δεν υπήρξε εργατικό κίνημα και κόμμα που να μην υιοθέτησε στο πρόγραμμα του το αίτημα της διαγραφής των κρατικών χρεών, όχι από τη δική του μελλοντική εξουσία, αλλά ως άμεση διεκδίκηση στην πάλη του για την κατάκτηση της δημοκρατίας.
Το 1914 ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η επίσημη διεθνής εργατική σοσιαλδημοκρατία τρομοκρατημένη από τη δύναμη που φαινόταν να έχει το σύστημα, αλλά και την αδυναμία των εργατικών και λαϊκών κινημάτων να αντιταχθούν και νά σταματήσουν τη σφαγή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πρωτεύον δεν είναι η οργάνωση της μαζικής πάλης ενάντια στον πόλεμο, αλλά η διάσωση των κομμάτων τους. Λίγοι διαφώνησαν με αυτή την λογική και τη θεώρησαν ανοιχτή προδοσία της εργατικής τάξης. Μια μικρή ομάδα διεθνιστών επαναστατών, εν μέσω ενός άγριου μακελειού, με την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και λαού στις εμπόλεμες χώρες να έχει υποταχθεί στον κάλπικο πατριωτισμό των ιμπεριαλιστών, μαζεύτηκαν στην Ελβετική πόλη του Τσίμερβαλντ τον Σεπτέμβρη του 1915. Είχαν προηγηθεί εντατικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις διαφορετικές τάσεις, που παρ' όλες τις διαφορές τους είχαν συμφωνήσει στην ανάγκη να προτάξουν ένα «δημοκρατικό πρόγραμμα» ενάντια στον πόλεμο.
Ο Λένιν επέμενε: «Σαν θετικό σύνθημα που τραβάει τις μάζες στον επαναστατικό αγώνα και εξηγεί την ανάγκη των επαναστατικών μέτρων για "δημοκρατική" ειρήνη θα πρέπει να ριχτεί το σύνθημα: άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών». Κι έτσι έγινε. Η ασήμαντη, για την πανίσχυρη ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας, διεθνής Αριστερά του Τσίμερβαλντ περιέλαβε στα συνθήματα της και την «άρνηση πληρωμής των δημόσιων χρεών» ως μέσο για το τράβηγμα στην επαναστατική πάλη των πολύ πλατιών μαζών.




Πολύ πιο πίσω οι ηγεσίες της Αριστεράς
Σήμερα, οι ηγεσίες της Αριστεράς, είτε του μανιοκαταθλιπτικού ευρωπαϊσμού, είτε της δήθεν ταξικής καθαρότητας, είναι πολύ πιο πίσω ακόμη και από τους εκπροσώπους της παλιάς φιλελεύθερης αστικής τάξης. 
Το βασικό τους πρόβλημα είναι ότι έχουν παραιτηθεί από την πάλη για την κατάκτηση της δημοκρατίας. Γι' αυτό και αδυνατούν να κατανοήσουν αιτήματα σαν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ. Τα θεωρούν ανέφικτα, όσο ανέφικτη θεωρούν και την ίδια τη δημοκρατία για το λαό και την εργατική τάξη. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να παρακάμψει την πάλη για τη δημοκρατία σήμερα, για να βρεθεί πιο γρήγορα στο σοσιαλισμό, ή στην όποια δική του ουτοπία, προσπαθεί να κρύψει το γεγονός ότι αρνείται τη δημοκρατία και σήμερα και αύριο.  Ότι θεωρεί τη δημοκρατία σήμερα ανέφικτη και αύριο περιττή. Είτε μιλάει εξ ονόματος της «Ευρώπης», είτε της «Λαϊκής Εξουσίας». Γι' αυτόν, όποιο καθεστώς κι αν υπάρχει είναι το ίδιο, αρκεί να τον ανέχεται. Είτε η χώρα βρίσκεται υποτελής και υπό καθεστώς αποικίας της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, είτε όχι. Μόνο που η πράξη λέει ότι όποιος δεν ξέρει ή αρνείται να παλέψει για τη δημοκρατία σήμερα, δηλαδή για τη λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, τότε η επίκληση του σοσιαλισμού ή του όποιου «οράματος» είναι απλό πρόσχημα. Όποιος αδιαφορεί για το τι καθεστώς επιβάλλεται στη χώρα του σήμερα, είναι σίγουρο ότι με τον ίδιο τρόπο θα αδιαφορήσει για το τι καθεστώς θα επιβληθεί αύριο, ό,τι φερετζέ κι αν του φορέσει. Κι ο νοών νοείτω...
* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος αναλυτής και το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Δρόμος της Αρiστεράς".

-----------------------------------------------------


το ελληνικό ηφαίστειο: πολιτικές και ηθικές διαστάσεις της κρίσης


Του Κώστα Δουζίνα*


Η ηφαιστειακή έκρηξη στην Ισλανδία, μια χώρα που έχει υποφέρει τα πάνδεινα από την τρέλα και την απληστία των τραπεζιτών, είναι η πιο αρμόζουσα αλληγορία για την ελληνική τραγωδία. Η κρίση έχει συζητηθεί κυρίως με οικονομικούς και σχεδόν φυσικούς όρους, και μόνο δευτερευόντως σε σχέση με τον πολιτικό της χαρακτήρα και τις επιπτώσεις. Η κυβέρνηση, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και οι αυτάρεσκοι «ειδικοί» παρουσίασαν τα πρόσφατα γεγονότα σαν θεϊκή πράξη, μια φυσική καταστροφή που δεν μπορούσε να προβλεφθεί ή αποφευχθεί. Η κυρίαρχη ρητορική υποστηρίζει ότι η δράση των «αγορών» είναι αναπόφευκτη, απρόβλεπτη, ανεξιχνίαστη. Αν η Ελλάδα είναι σαν τον Τιτανικό, οι «αγορές» είναι το ανελέητο παγόβουνο και οι απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια ξαφνική ηφαιστειακή έκρηξη. Η μόνη απάντηση των ελίτ μπροστά σε μια τέτοια «ανωτέρα βία» είναι να προσφύγουν στις διαδικασίες  της πολιτικής προστασίας, έτσι ώστε να περιορίσουν τις απώλειες και τις ζημιές.




Η οικονομική κρίση ως φυσική καταστροφή



Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτή τη «φυσικοποίηση» (naturalization) της οικονομίας «φετιχισμό των καταστροφών», κάτι σαν τον φετιχισμό του εμπορεύματος κατά Μαρξ. Πολιτικές αποφάσεις που παίρνονται στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες, στρατηγικές επιλογές των χρηματιστών, πρωτόγνωρες επιβολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες, αναπόδραστες, σχεδόν μη ανθρώπινες παρεμβάσεις. Αν η οικονομική κρίση είναι μια φυσική καταστροφή, τότε η πολιτική δεν πρέπει να ανακατεύεται στην αντιμετώπισή της, με τον ίδιο τρόπο που δεν πρέπει αναμειγνύεται στην ανθρωπιστική βοήθεια σε περιπτώσεις σεισμού. Ένας υπουργός μάς λέει ότι «χρειαζόμαστε στρατιωτική πειθαρχία» στην αποδοχή των μέτρων. Τα τηλεοπτικά δελτία, με μπροστάρη το MEGA, επαναλαμβάνουν ανιαρά «It’s the economy, stupid!», καθώς παρουσιάζουν σχεδιαγράμματα με την άνοδο των «σπρεντ», με τον ίδιο τρόπο που παρουσιάζουν την αύξηση της θερμοκρασίας σε περίοδο ξηρασίας.


«Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση;» ρωτούν ρητορικά οι παντογνώστες δημοσιογράφοι και οι υπόλογοι πολιτικοί για να θέσουν τέρμα στην πολιτική συζήτηση και παρέμβαση και να επιστρέψουν στην «επιστημονική» ανατομή της φυσικής οικονομικής καταστροφής. Όλες οι προτάσεις για πολιτική κινητοποίηση, όλες οι ιδέες για διαφορετικές στρατηγικές, η πρόταση για δημοψήφισμα απορρίπτονται με το επιχείρημα ότι δεν συνειδητοποιούν το επείγοντα και μονόδρομο χαρακτήρα της οικονομικής λύσης. Αν η «φυσικοποιημένη» οικονομία κινείται με τρόπους απρόβλεπτους και θεόσταλτους, η πολιτική μετατρέπεται σε μια υποκατηγορία της οικονομίας που πρέπει να μένει σιωπηλή και περιθωριοποιημένη. Μ’ αυτό τον τρόπο βαθύτατα πολιτικές αποφάσεις εμφανίζονται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα αδήριτων νόμων, περιβάλλοντας έτσι ταξικά συμφέροντα με την αίγλη της επιστήμης.


Και όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Κάθε βήμα, απόφαση και πράξη που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο ήταν βαθιά πολιτικές επιλογές. Η οικονομική κατάρρευση του 2008 που επιδείνωσε την οικονομική κρίση αποκάλυψε την θεμελιώδη υποκρισία και ανηθικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενώ οι απλοί άνθρωποι υποβάλλονται καθημερινά στην «πειθαρχία» της αγοράς χάνοντας σπίτια, δουλειές και ελπίδα, τις τεράστιες απώλειες των τραπεζών τις ανέλαβε το κράτος. Αυτή είναι η πολιτική του «lemon socialism»: σοσιαλισμός για τους πλούσιους -- καπιταλισμός για τους υπόλοιπους. Ή, για να παραφράσουμε τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, αν φοροδιαφεύγεις πας φυλακή, αν οδηγήσεις μια τράπεζα στην πτώχευση παίρνεις τεράστια μπόνους.


Το ίδιο ισχύει και με το χρέος. Το χρέος συσσωρεύθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια με αποφάσεις των εναλλασσόμενων πολιτικών ελίτ που χρησιμοποιούσαν τα δάνεια για πελατειακές πολιτικές και πολιτικά οφέλη. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ως προς αυτό ανάμεσα στον Σημίτη, τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τους διάφορους υπουργούς και πρώην υπουργούς που παρελαύνουν χωρίς ντροπή στις τηλεοπτικές οθόνες, ζητώντας «στρατιωτική πειθαρχία». Όλες οι πρόσφατες εκλογικές εκστρατείες έγιναν με το κόμμα της εκάστοτε αντιπολίτευσης να υπόσχεται «ηθική στην πολιτική», «εκλογίκευση των δημοσιονομικών», «επανίδρυση του κράτους», εγκατάλειψη της «αλαζονείας της εξουσίας». Μόλις τελειώνουν οι εκλογές, η νέα κυβέρνηση επιστρέφει στις παλιές μεθόδους, δανειζόμενη, δωροδοκώντας και μοιράζοντας προνόμια στους ημέτερους


Σήμερα, το ένα κυβερνητικό κόμμα επιτίθεται στο άλλο για το ποιος φταίει για το χρέος, λες και υπάρχει κάποιος που ανήκει στην πολιτική ελίτ των τελευταίων τριάντα χρόνων και δεν φταίει. Με αυτή την έννοια, τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ότι η οικονομική και η ηθική πτώχευση είναι συνοδοιπόροι. Στη Βρετανία, στη διάρκεια των τηλεοπτικών αναμετρήσεων της τρέχουσας προεκλογικής εκστρατείας, και οι τρεις ηγέτες απολογήθηκαν στο κοινό για τα «σκάνδαλα των εξόδων» (οι βουλευτές χρέωναν στο δημόσιο κονδύλια που δεν δικαιούνταν) που στοίχισαν στο δημόσιο λιγότερο από δύο εκατομμύρια λίρες, ποσό που ωχριά σε σύγκριση με όσα σπαταλήθηκαν από τις δικές μας ελίτ.


Περιμένουμε ακόμα η πολιτική ελίτ να απολογηθεί στον ελληνικό λαό, αν και μάλλον μια πράξη μεταμέλειας ιαπωνικού τύπου και ακόμα περισσότερο ένα δημόσιο χαρακίρι θα ταίριαζαν περισσότερο στην κατάσταση, αν αναλογιστούμε το μέγεθος της ευθύνης. Η πολιτική τάξη όμως δεν διαθέτει το στοιχειώδες ηθικό ανάστημα: η αξίωσή τους να αλλάξουν οι πολίτες στάση, να υπακούν στο νόμο και να δρουν υπεύθυνα προς την κοινωνία θα ήταν πολύ πιο αξιόπιστη αν οι στυλοβάτες της ηθικής έδειχναν ένα ίχνος ταπεινοφροσύνης και κατανόησης της ευθύνης τους.


Η πολιτική φύση της κρίσης διαφαίνεται και στην ευρωπαϊκή πλευρά. Το όριο του 3% στο έλλειμμα (που το έχουν ξεπεράσει όλα τα κράτη της ευρωζώνης), το σύμφωνο σταθερότητας, η κερδοσκοπία των «αγορών» έχουν όλα πολιτικό κίνητρα και σχέδιο. Ο στενός δεσμός μεταξύ των μέτρων της ΕΕ και του ΔΝΤ με τη γερμανική πολιτική είναι πασίγνωστος. Αυτό που έχει σχολιαστεί λιγότερο είναι η φύση της κερδοσκοπίας των αγορών, η οποία δεν βασίζεται στις επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας (η Ελλάδα πάει ακόμη σχετικά καλά), αλλά στα αισθήματα «εμπιστοσύνης» και «ρίσκου» που διακατέχουν τους χρηματιστές. Οι χρηματαγορές λειτουργούν σε ένα εικονικό, και όχι πραγματικό επίπεδο. Η αξιοπιστία ενός κράτους, ο κίνδυνος να μην πληρώσει προσδιορίζονται από φανταστικούς σχεδιασμούς και ιδεολογικές κατασκευές. Αποτελούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αλλά έχει τη δύναμη να την αλλάζει καταστροφικά.


Οι επιθέσεις των «αγορών» κατά της Ελλάδας είναι η εκδίκηση του νεοφιλελευθερισμού για τη μεγάλη ήττα του 2008. Αποτελεί όμως και αναπόσπαστο κομμάτι των ευρύτερων ρυθμίσεων της μεταβιομηχανικής κοινωνίας των υπηρεσιών. Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν βασίζεται πλέον στην παραγωγή υπεραξίας στον πρωτογενή τομέα, αλλά στην άντληση ενοικίου (με κύρια μορφή τον τόκο). Αυτό ισχύει τόσο σε ατομικό επίπεδο (ο νεοφιλελευθερισμός μάς μεταχειρίζεται όχι σαν φυσικά πρόσωπα ή πολίτες αλλά σαν καταναλωτές που πρέπει συνεχώς να δανείζονται για να ξοδεύουν) όσο και σε κρατικό.


Όμως, η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω ενοικίου πρέπει να αστυνομεύεται αυστηρά, αφού το δανειστικό συμβόλαιο δεν δημιουργεί αυτόματα τις συνθήκες της αναπαραγωγής του όπως συμβαίνει με το συμβόλαιο εργασίας. Η άντληση ενοικίου και τόκου απαιτεί τον εκφοβισμό καθώς δεν υπάρχει κάποιο «φυσικό» επίπεδο ενοικίου Η πίεση των αγορών είναι ένας τρόπος να ασκηθεί πίεση στους οφειλέτες ή να αποδεχτούν τον πιο ακραίο νεοφιλελευθερισμό ή να χρεοκοπήσουν. «Οφειλέτες προσέχετε», λένε στα κράτη. «Ή διαλύετε το κράτος πρόνοιας ή γίνεστε η επόμενη Ελλάδα». Δεν διαφέρει και πολύ από τη μαφιόζικη «προστασία»: αν ο οφειλέτης αμφισβητήσει τους όρους ή την αμοιβή, οι μπράβοι τον δέρνουν.


Η κρίση δεν είναι πρωτίστως οικονομική


Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από τον ισχυρισμό ότι η κρίση είναι κυρίως οικονομική. Η πολιτική λογική και οι ανάγκες του ύστερου καπιταλισμού δημιούργησαν την κρίση που χρησιμοποιείται σήμερα κυνικά για να καταστραφεί το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης. Μόλις συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της πολιτικής κρίσης, που οδηγεί στη συνολική καταστροφή και επανασύσταση του κοινωνικού δεσμού, ίσως εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια καθολικής αντίδρασης.


Σ’ αυτή την κατεύθυνση χρειαζόμαστε πιθανόν μια νέα θεωρητική σύλληψη. Ο δημόσιος τομέας αντιπροσωπεύει και προάγει τα επιτεύγματα του κράτους πρόνοιας. Ωστόσο, σαν υποχείριο των πολιτικών μηχανισμών και πεδίο πελατειακών σχέσεων έχει χάσει μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης και κύρους του. Αυτό βολεύει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που χρησιμοποιεί την ιδιωτικοποίηση και την απορρύθμιση, προκειμένου να μεταφέρει κεφάλαιο και εξουσία από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Συνειδητοποιώντας την αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια αρετή που χρησιμοποιείται για ιδιωτική εξαχρείωση, η Αριστερά οφείλει να αποτρέψει την διαίρεση της κοινωνίας σε αντιμαχόμενο δημόσιο και ιδιωτικό χώρο. Οι αλληλοκατηγορίες για τεμπέληδες και διεφθαρμένους δημόσιους υπάλληλους ή για φοροφυγάδες και διεφθαρμένους ελεύθερους επαγγελματίες υπηρετούν μόνο την τακτική τού «διαίρει και βασίλευε» του νεοφιλελευθερισμού.


Πέρα από τη διαίρεση δημοσίου και ιδιωτικού, υπάρχει ένας τρίτος όρος: το κοινό καλό: αντιπροσωπεύει την κοινωνική δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου, την ενέργεια που εμψυχώνει την κοινωνία και φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Ο δημόσιος τομέας εκπροσωπούσε παραδοσιακά το κοινό καλό, αλλά σήμερα δεν εκφράζεται αποκλειστικά από το κράτος. Αυτό το κοινό συμφέρον (commonwealth) καθορίζεται αδιαμφισβήτητα από τον βαθύ ανταγωνισμό ανάμεσα στον λαό και τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Ωστόσο, σε τούτους τους καιρούς της επικείμενης καταστροφής, η Αριστερά οφείλει να απευθυνθεί στη δεξαμενή αυτή του κοινού αισθήματος, για να διασώσει το ανθρώπινο πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας.


Η κοινωνική αποστροφή για τις πολιτικές ελίτ πρέπει να μετατραπεί από απαθή αποστασιοποίηση σε ενεργή δύναμη. Διάφορες ιδέες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε ίσως να δημιουργηθεί μια εξεταστική επιτροπή από Έλληνες και ξένους οικονομολόγους και κοινωνικούς επιστήμονες, πέραν των δύο μεγάλων κομμάτων, για να εξετάσει πως εκτινάχτηκε το χρέος και πως ξοδεύτηκαν τα κονδύλια.


Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ πρέπει να λογοδοτήσουν για την καταστροφή της χώρας. Θα μπορούσε λοιπόν να δημιουργηθεί μια επιτροπή όπως το δικαστήριο του Μπέρτραντ Ράσελ, για να διερευνήσει την ηθική ευθύνη των ελίτ. Η κυβέρνηση δεν έχει την παραμικρή νομιμοποίηση για να πάρει τα μέτρα. Η συνταγματικότητά τους πρέπει να ελεγχθεί δικαστικά, και πρέπει να συγκεντρωθούν υπογραφές με αίτημα το δημοψήφισμα. Αν το αίτημα δεν γίνει δεκτό, τοπικά δημοψηφίσματα μπορούν να οργανωθούν από σωματεία και οργανώσεις.




Για το κοινό καλό και τη δημοκρατία


Πιο γενικά, η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγάλο μέτωπο αντίστασης, πέρα από κομματικές τοποθετήσεις. Μια ηγεμονική πολιτική αναγνωρίζει την πολυδιάσπαση των κοινωνικών δυνάμεων και προσπαθεί να αναγάγει μια βασική αντίθεση σε γραμμή αντιπαράθεσης των λαϊκών δυνάμεων και των ελίτ, συμπυκνώνοντας τις διάφορες αντιθέσεις. Το κοινό καλό και η δημοκρατία είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για ηγεμονική πολιτική. Αυτή τη στιγμή διαφορές και διαφωνίες στην Αριστερά είναι καταστροφικές. Η Αριστερά είναι η μοναδική κοινωνική δύναμη που μπορεί να εκπροσωπήσει το κοινό καλό, η μοναδική ιδεολογία που διαθέτει ακόμη ηθικό κύρος για την άμυνα της δημοκρατίας, που είναι συνώνυμη με την υπεράσπιση της πολιτικής. Ένα τέτοιο μέτωπο δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική για να μετατρέψει την άμυνα και αντίσταση σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.


Ο ανθελληνικός ρατσισμός και οριενταλισμός που εμφανίστηκε τους δύο τελευταίους μήνες στην Ευρώπη ήταν αναπάντεχος και αποτρόπαιος. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος. Οι προοδευτικοί Ευρωπαίοι προσβλέπουν στην Ελλάδα σαν μια μεγάλη ελπίδα. Τώρα που ξέρουμε ότι η θεραπεία είναι χειρότερη από την αρρώστια, ίσως η Ευρώπη καταλάβει ότι διάλεξε το λάθος πειραματόζωο. Αντί η Ελλάδα να οδηγήσει σε πανευρωπαϊκά οικονομικά προβλήματα, ίσως να ξεκινήσει την πολιτική αντεπίθεση των Ευρωπαίων.


Το αδύνατο παραμένει πάντα δυνατό


Θαύματα γίνονται ακόμα. Οι σοσιαλιστές που έφεραν το ΔΝΤ στην Ουγγαρία καταποντίστηκαν στις πρόσφατες εκλογές. Οι Φιλελεύθεροι, που βρίσκονται στα αριστερά των Εργατικών, ανέτρεψαν το πολιτικό σκηνικό ογδόντα χρόνων στη Βρετανία. Και πιθανόν το πλησιέστερο προηγούμενο της ελληνικής τραγωδίας δεν είναι το Κραχ της δεκαετίας του 1930, αλλά η καταστροφή του ιταλικού πολιτικού συστήματος τη δεκαετία του 1990.


Η έκρηξη του ηφαιστείου σηματοδότησε την ανάδυση του αναπάντεχου, του απρόβλεπτου και του πιθανού. Μας υπενθύμισε ότι όποιες άμυνες και αν έχουν αναπτύξει οι κυρίαρχες δυνάμεις απέναντι στα κοσμογονικά γεγονότα, το αδύνατο παραμένει πάντοτε δυνατό. Πέρα από τα «φυσικά» αίτια που επικαλούνται οι οικονομολόγοι, πέρα από τη μεταμφιεσμένη πολιτική των νεοφιλελεύθερων, χρειαζόμαστε μια ηθική φωνή που θα μετατρέψει την καταστροφή σε απαρχή ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, που θα έχει στο επίκεντρό του το κοινό καλό και τη δημοκρατία. Αυτή είναι η πρόκληση για την Αριστερά και για όλους τους Έλληνες.


COSTAS DOUZINAS COSTAS DOUZINAS IS PROFESSOR OF LAW AND FORMER DEAN OF THE FACULTY OF ARTS AND HUMANITIES AT BIRKBECK. HE JOINED THE COLLEGE IN 1992 AS A MEMBER OF THE TEAM, WHICH ESTABLISHED THE BIRKBECK SCHOOL OF LAW.

Δεν υπάρχουν σχόλια: