Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012


Δ. Κουφοντίνας και Γ. Χουρμουζιάδης προλογίζοντας το βιβλίο "Μια απόφαση. Μάχομαι μέχρι το τέλος"

Είχαμε αναφερθεί σε περασμένη ανάρτησή μας στην επανέκδοση του βιβλίου του Τάσου Κατσαρού «Μια απόφαση - μάχομαι μέχρι το τέλος». Μάλιστα και επειδή το συνιστούσαμε στους αναγνώστες μας προσπαθήσαμε να δώσουμε μια «γεύση» απ’ το βιβλίο παραθέτοντας την απολογία που έδωσε στο έκτακτο στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης μια εμβληματική μορφή του κομμουνιστικού κινήματος ο Ακίνδυνος Αλβανός.  (Γιατί το όνομα αυτού του κομμουνιστή είναι εντελώς άγνωστο στους Κνίτες και στα μέλη του ΚΚΕ, μια εξήγηση δίνει ο Δημήτρης Κουφοντίνας που προλογίζει το βιβλίο και η οποία μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους.  Ο Γ. Χ. Χουρμουζιάδη στον δικό του πρόλογο κινείται σε διαφορετικό μήκος από τον φυλακισμένο αγωνιστή Δ.Κ).

Όπως είχαμε υποσχεθεί παραθέτουμε τους προλόγους του βιβλίου και για μια ακόμα φορά προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να το αγοράσουν (στοιχίζει μόνο 8 ευρώ) και πραγματικά μέσα από τις σελίδες του ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη εποχή και αξίζει να το προμηθευτούν ακόμα και αυτοί που έχουν την πρώτη έκδοση του αφού τώρα έχουν προστεθεί πάρα πολλά νέα στοιχεία όπως και φωτογραφικό υλικό. 
_____________________


Ένα απλό προλογικό σχόλιο για ένα πολύ σημαντικό ιστορικό σχεδίασμα.

1.    Χαρακτηρίζοντας την δημοσίευση της έρευνας του Τάσου Κατσαρού, με τον τίτλο "Μια απόφαση μάχομαι μέχρι το τέλος", δεν θέλω να τη μειώσω, αντίθετα θέλω να υπογραμμίσω τον όγκο της ώστε να υποστηρίξω την άποψη πως ο ερευνητής πρέπει να επιχειρήσει την ανάπτυξη των στοιχείων που εμπεριέχονται στο κείμενο αυτό. Γι' αυτό το λόγο μίλησα για «σχεδίασμα» και για τον ίδιο λόγο θα χαρακτηρίσω την πρώτη αυτή δημοσίευση, ως πρώτο τόμο. Κι αυτό που ισχυρίζομαι δεν είναι μια φιλοφρόνηση προς το νέο και άπειρο ερευνητή. Όχι. Είναι μια συγκεκριμένη παρατήρηση που ξεκινά από το γεγονός ότι διαβάζοντας με πολύ προσοχή τα όσα ο Τ. Κατσαρός μας αποκαλύπτει στο βιβλίο του, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όχι μόνο συναισθηματικά πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στα χρόνια εκείνα όταν μια χούφτα άνθρωποι αποφασισμένοι να αναδείξουν με τον αγώνα και την αυτοθυσία τους την ανάγκη να ελευθερωθεί η χώρα μας από την εγκληματική καταπίεση του μοναρχοφασισμού, αλλά και γνωστικά. Γιατί είναι αλήθεια πως η σιωπή, η στρέβλωση της αλήθειας, ο φόβος ακόμα και η απουσία αυτών που πήραν μέρος στο δράμα της εποχής εκείνης δημιουργεί ένα κενό, ένα μεγάλο κενό στην ιστορία του τόπου μας. Στην Ιστορία, όπως η αριστερά την αντιλαμβάνεται, ως πάλη των τάξεων. Πιστεύω, λοιπόν, πως το κείμενο του Τ.Κ. αποτελεί το πρότυπο μιας τέτοιας προσπάθειας. Παράγει ιστορική γνώση, αποκαθιστά ένα μέρος μιας χαμένης ή στρεβλωμένης αλήθειας. Αποκαλύπτει λεπτομέρειες μιας ζωής που είναι λάθος να χαθεί κάτω από
τα ερείπια προκαταλήψεων, αποκλεισμών και θλιβερών σκοπιμοτήτων.

2.    Μια δεύτερη παρατήρηση που έχω να κάνω έχει χαρακτήρα βιβλιογραφικό, αναφέρεται στην αρχιτεκτονική του βιβλίου. Στη δομή του, δηλαδή στον τρόπο, με άλλα λόγια, με τον οποίο οργανώνει τη διαδικασία της αποκάλυψης των πληροφοριών, που ο ερευνητής προσπορίστηκε με βαθιά έρευνα, θα μπορούσα να πω, λοιπόν, ότι το «ιστορικό σχεδίασμα» του Τ.Κ. αναπτύσσεται (α) με αναφορά στις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας και φυσικά στη πολιτική σημασία τους (β) στην περίοδο της τρομοκρατίας που άσκησε η ακροδεξιά με τις οργανώσεις της ενάντια στους αριστερούς (γ) στις εκλογές του 1946 και την πολιτική τους σημασία (δ) στις αρχές του εμφύλιου πολέμου (ε) στο υπόμνημα του Δημοκρατικού Στρατού προς τον Ο.Η.Ε., για τις αιτίες της ένοπλης δράσης του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε. (στ) στην οργανωτική δομή της επαναστατικής οργάνωσης Ο.Π.Λ.Α. και τις δραστηριότητες, με τα ονόματα των αγωνιστών που διεκπεραίωναν τις δραστηριότητες αυτές (ζ) στην εξάρθρωση της οργάνωσης, στα διάφορα κατηγορητήρια και τις εκθέσεις της Γενικής Ασφάλειας, τις σχετικές με τον εξοπλισμό και τρόπο δράσης (η) στην αναφορά σε προσωπικές περιπτώσεις και (θ) στη μεγάλη δίκη της Ο.Π.Λ.Α. και στις απολογίες των κατηγορούμενων. Και το βιβλίο τελειώνει με τον Επίλογο που χαρακτηρίζεται από μια συνοπτική συμπερασματολογία.

3. Ένας πρόλογος, βέβαια, δε μπορεί να επιχειρήσει την ανάλυση ενός κειμένου. Αποτελεί απλώς μια συγκεκριμένη σύσταση... Υπογραμμίζει τη σημασία των πληροφοριών που μας δίνει, αναζητά τον τρόπο μιας συνοπτικής εκτίμησης και προσπαθεί σε ένα γενικό συμπέρασμα να διατυπώσει την προσωπική άποψη αυτού που συντάσσει τον πρόλογο. Και εγώ ως συντάκτης αυτού του προλόγου θέλω να πω, χωρίς καμία επιφύλαξη ότι το βιβλίο του Τάσου Κατσαρού, ανεξάρτητα από κάποιες διαφωνίες που μπορώ να έχω σε ένα μέρος των κριτικών του παρατηρήσεων, είναι ένα σημαντικό προϊόν μιας ιστορικής έρευνας για το είδος και το περιεχόμενο της οποίας δε μας έχει συνηθίσει η κλασική ιστοριογραφία. Βέβαια, αν δεχτούμε τον τρόπο με τον οποίο ο George Ingert κατατάσσει τις σχολές της ιστοριογραφίας και ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζει τη μαρξιστική σχολή, θα μπορούσαμε εκεί να κατατάξουμε την ιστοριογραφική προσπάθεια του Τ.Κ. Πάνω απ' όλα όμως είναι μια τολμηρή, επίπονη έρευνα που φέρνει στην επιφάνεια τις πικρές αλήθειες των «πέτρινων» χρόνων της νεότερης ιστορίας και υπογραμμίζει μια λανθάνουσα θλίψη για τον τρόπο που αποκαταστάθηκαν στη συνείδηση ενός μεγάλου μέρους του λαού μας εκείνες οι θυσίες.
Είναι μεγάλο κέρδος η ανάγνωσή του...

Γ. Χ. Χουρμουζιάδης Ομ. Καθηγητής της Αρχαιολογίας του ΑΠ

_________________

Στο βιβλίο αυτό ο Τάσος Α. Κατσαρός ερευνά τη σύντομη ιστορία της Στενής Αυτοάμυνας στη Θεσσαλονίκη, του αντάρτικου πόλης όπως προσδιορίζει ο συγγραφέας. Την παρουσίαση του βιβλίου έκανε ήδη στην πρώτη του έκδοση, από τη σκοπιά του, λιτά και περιεκτικά ο καθηγητής Γ. Χ. Χουρμουζιάδης, Από τη μεριά μου, θα παραθέσω απλώς κάποιες σύντομες παρατηρήσεις.

1.    Η περίοδος της επτάμηνης περίπου πυκνής δράσης του αντάρτικου στην πόλη της Θεσσαλονίκης εκείνα τα χρόνια της φωτιάς και της μπαρούτης (Οκτώβριος 1946 - Απρίλιος 1947) ήταν μία από τις σημαντικές στιγμές του ταξικού πολέμου στην Ελλάδα. Η οργάνωση ένοπλης πάλης στην πόλη υλοποιούσα την απόφαση της δεύτερης Ολομελείας του Φεβρουαρίου του 1946, για συνδυασμό πολιτικής και στρατιωτικής δράσης. Ήδη από το 1945 είχαν δημιουργηθεί, αυθόρμητα αρχικά, ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας απέναντι στην άγρια τρομοκρατία ενός αντικομουνιστικά συγκροτημένου κράτους, που την ασκούσε μέσα από τη χωροφυλακή και τις παρακρατικές συμμορίες πρώην συνεργατών των Γερμανών. Το σκοπό της οργάνωσης περιέγραψαν θαρραλέα μπροστά στους στρατοδίκες δήμιους τους οι ίδιοι οι αιχμάλωτοι αγωνιστές: να χτυπήσει «με τα ίδια μέσα αυτούς που δολοφόνησαν αγωνιστές, που τρομοκράτησαν το λαό, να βάλει φρένο στη δολοφονική τρομοκρατική πολιτική τους».

2.    Η απάντηση της «Δικαιοσύνης» του καθεστώτος, της ίδιας που «δίκασε» και άφησε ελεύθερους τους δωσίλογους υπουργούς και πρώην υπουργούς. ήταν συντριπτική. Το έκτακτο στρατοδικείο δεν εφάρμοσε νόμους, δεν αντιστοίχισε ποινές με αδικήματα. Σε εκείνη την παρωδία δίκης, έστειλε με συνοπτικές διαδικασίες 37 αγωνιστές στο εκτελεστικό απόσπασμα. Την Ευθυμία Πατσιά, που άφησε ορφανό το μικρό παιδί της, αλλά αντιμετώπισε το θάνατο με το αντάρτικο τραγούδι στα χείλη. Τον καθηγητή Τηλέμαχο Βασδέκη, γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να κλείσουν το στόμα ενός καλού δάσκαλου. Το 17χρονο μόλις βοσκόπουλο, τον Ευκράτη Ψύλλο, για να του κλέψουν τη ζωή που δεν έζησε. Τόσους και τόσους. Εκείνη την περίοδο τα έκτακτο στρατοδικεία εξέδωσαν πάνω από δέκα χιλιάδες θανατικές καταδίκες, εξόντωσαν τον ανθό μιας αγωνιστικής γενιάς Ήταν μια κανονική γενοκτονία,

3.    Άλλη μια φορά στην Ιστορία, σε μια μικρή χώρα παίχτηκε το μεγάλο στοίχημα.
Ισχυροί του κόσμου (η παρακμασμένη βρετανική αυτοκρατορία και η αναδυόμενη δύναμη των ΗΠΑ), μαζί με τους ισχυρούς της χώρας (οι οποίοι ένωσαν εύκολα το πολιτικό προσωπικό τους. με τους Λαϊκούς και Φιλελεύθερους να ξεχνούν το Διχασμό χρόνων) επιβεβαίωσαν άλλη μια φορά την αναπόδραστη αλήθεια. Οι κυρίαρχοι θα εμποδίσουν με όλα τα μέσα, με όλη την άγρια βία που διαθέτουν την κοινωνική αλλαγή, θα κόψουν βίαια τον ειρηνικό δρόμο ενός λαού που θέλει να γίνει νοικοκύρης στο σπίτι του.

4. Η επίσημη ιστοριογραφία, που κάνει πολιτική χρήση της Ιστορίας προς όφελος των νικητών, έχει στήσει ένα ολόκληρο ιδεολογικό οικοδόμημα διαστρέβλωσης εκείνης της περιόδου. Ειδικότερα, στρεβλώνει συσκοτίζει και αποσιωπά την πραγματική δράση του αντάρτικου στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Αλλά το ίδιο κάνει τελικά και η ιστοριογραφία της επίσημης Αριστεράς, που επιλέγει να παραδώσει στη λήθη τη δράση αγωνιστών όπως ο Ακίνδυνος Αλβανός, ο Χαράλαμπος Νικολαϊδης, ο Ιορδάνης Σαπουντζόγλου. Θεωρώ ότι αυτή η στάση της εξηγείται από την εξάντληση του ιστορικού, επαναστατικού κύκλου της τριτοδιεθνιστικής Αριστεράς, που κωδικοποιείται στη μεταστροφή της στο ζήτημα του ρόλου της βίας (ορθότερα: της δίκαιης λαϊκής αντιβίας) στην Ιστορία.

5.    Ο Ένγκελς, αυτοί οι προφήτες της χειραφέτησης, ήταν κατηγορηματικοί ως προς τον βίαιο χαρακτήρα του δρόμου  προς την επαναστατική μετατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεν απέκλειαν βέβαια σε κάποια μικρή χώρα, ως εξαίρεση, να πραγματοποιηθεί ειρηνικά το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, το συναρτούσαν όμως απολύτως με την ανάπτυξη γενικευμένων εξεγερτικών διαδικασιών στην πλειονότητα των κεντρικών καπιταλιστικών χωρών.
Το 1956, το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ ανήγαγε αυτή την «υποσημείωση» σε γενικό κανόνα. Η επιλογή τώρα ήταν αποκλειστικά ο ειρηνικός δρόμος, στα πλαίσια της «ειρηνικής συνύπαρξης». Αυτό σήμαινε την ουσιαστική στρατηγική μεταστροφή της τριτοδιεθνιστικής Αριστεράς. Από δύναμη που αμφισβητούσε τα ίδια τα θεμέλια του καθεστώτος, τώρα προσανατολίζεται στον θεσμικό δρόμο και αναζητά συμμαχίες και συμβόλαια με τις κυρίαρχες τάξεις. Ιδρυτική πράξη για την Ελλάδα αυτής της μεταστροφής αποτέλεσε, λίγο μετά το 20ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε., η Έκτη Ολομέλεια που αποκήρυξε την προσφυγή στα όπλα του Δ.Σ.Ε. ως τυχοδιωκτική πράξη.

6.    Από το κομβικό σημείο του 1956 μέχρι σήμερα, οι διάφοροι σχηματισμοί της επίσημης Αριστεράς μπορεί να διατηρούν λίγο πολύ τα παλιά σύμβολα και την ανατρεπτική ρητορική, ωστόσο, αυτά αποδεικνύονται απλώς άδειο κέλυφος. Οι περιβόητες «αντικειμενικές συνθήκες», όχι για την Επανάσταση, αλλά ούτε καν για δυναμικό αγώνα, δεν ωρίμασαν ποτέ. Ούτε στη δικτατορία. Ούτε στη σημερινή συστημική κρίση.
Όλα αυτά τα χρόνια, οι κομματικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες επεμβαίνουν πολύ
περιορισμένα στο πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης και αναδιπλώνονται αμέσως λειτουργώντας ως αποσβεστήρας των κοινωνικών δονήσεων, προσφέροντας τη συναίνε¬ση τους στη σταθεροποίηση του καθεστώτος.

7. Για τις γραφειοκρατικές ηγεσίες της επίσημης, της θεσμικής Αριστεράς, ολόκληρη η ιστορία των δυναμικών συγκρούσεων, η Ιστορία ως κοινωνική σύγκρουση που κορυφώνεται σε ταξικό πόλεμο είναι «ενοχλητική». Δεν πρέπει να μελετηθεί για να βγουν τα απαραίτητα διδάγματα, δεν πρέπει να αναφέρεται καν, και έτσι ολόκληρες περίοδοι των μαχητικών αγώνων αποσιωπούνται, στρεβλώνονται, κολοβώνονται. Εκείνη η ιστορία γίνεται ανεπίσημη, υπόγεια, μεταδίδεται προφορικά. Ενώ κομμάτια της ολόκληρα χάνονται αναντικατάστατα μαζί με τους φορείς τους. Τότε χρειάζεται η προσπάθεια ερευνητών όπως ο Τάσος Κατσαρός μήπως την αποκαταστήσουν, αναζητώντας την σε ντοκουμέντα, σε επίσημα κρατικά έγγραφα, στο στόμα κυρίως όσων επέζησαν από τη γενοκτονία. Για να καλυφθεί το κενό της μνήμης, να γεφυρωθεί η υπόσταση της νέας γενιάς από τη γενιά που τότε πάλεψε, μάτωσε και μπορεί να μην διαφέντεψε την ιστορία αλλά αναμετρήθηκε μαζί της και νίκησε ηθικά. Βιβλία όπως αυτό συντελούν στην ανάδειξη μιας πλευράς της λαϊκής κουλτούρας αντίστασης, συμβάλουν έτσι στη δημιουργία ενός γενικότερου αγωνιστικού υποστρώματος, ενός ιστορικού εδάφους για να γειωθούν οι νέοι αγωνιστές, να διδαχτούν από τα λάθη του παρελθόντος, για να αναπτύξουν το πολύμορφο εκείνο ανατρεπτικό κίνημα που αντιστοιχεί στις σημερινές συνθήκες, για να χαράξουν τον δικό τους μοναδικό δρόμο προς την κοινωνική απελευθέρωση.

Δημήτρης Κουφοντίνας

Ιούνης 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: