Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Σαν σήμερα 1η Απριλίου 1955 - The Cypriots revolution against the British Colonilalism and occupation.

H πρώτη διακύρηξη που σηματοδότησε την έναρξη του αγώνα κατά της Αγγλικής Αποικιοκρατίας



Μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους, των οποίων το νόημα στη συνείδηση του απλού λαού καταστάλαξε ότι ήταν η απόχτηση της ελευθερίας, οι Κύπριοι άρχισαν, για ακόμη μια φορά, να ζητούν την απεξάρτησή τους από τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Μετά την περίτρανη συμμετοχή της Κύπρου στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο παρά το πλευρό της Μεγάλης Βρετανίας, οι Κύπριοι ήθελαν αυτό που τους υποσχέθηκαν οι Άγγλοι, δηλαδή το δικαίωμα για ελευθερία και αυτοδιάθεση• αμέσως, όμως, μετά το πέρας του Πολέμου το 1945, όλες οι υποσχέσεις των Βρετανών ξεχάστηκαν, όπως έγινε και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.Έτσι, το Δεκέμβριο του 1946, μικρή Κυπριακή Αντιπροσωπεία μετέβηκε στο Λονδίνο για να ζητήσει - και να λάβει αρνητική απάντηση - αυτό που της είχε υποσχεθεί. Έτσι, η Εκκλησία της Κύπρου, αποφασίζει να διεξάγει - παρά την άρνηση της κυβέρνησης - δημοψήφισμα αναφορικά με το πολιτικό μέλλον της Κύπρου. Το δημοψήφισμα, που έλαβε χώρα στις 15 Ιανουαρίου 1950, και στο οποίο ψήφισαν τόσο Ε/Κ όσο και Τ/Κ, Αρμένιοι, Λατίνοι και Μαρωνίτες, απέφερε το συντριπτικό αποτέλεσμα του 95,7 % να φρονεί υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι, στην αντίληψη των τότε Κυπρίων, η ελευθερία της νήσου είχε τη μορφή ένωσης με την Ελλάδα, μιας και οι Κύπριοι, χιλιάδες χρόνια σκλάβοι, δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την έννοια του ανεξάρτητου και ίδιου κράτους.Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ανακοίνωσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ στον Κυβερνήτη, Sir Andrew Rite, ο οποίος στις 22 Φεβρουαρίου 1950 απάντησε ότι το ζήτημα της Ένωσης ήταν κλειστό. Έτσι, ο Αρχιεπίσκοπος κάνοντας ένα διπλωματικό ελιγμό, αποστέλλει επιστολή στον Κυβερνήτη, ζητώντας, σύμφωνα με την από 16 Δεκεμβρίου 1952 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος, να διενεργήσει νέο δημοψήφισμα, το οποίο θα διευκόλυνε την εξάσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Αποτέλεσμα ήταν να πάρει άλλη μία αρνητική απάντηση.Έτσι, στις 10 Αυγούστου 1953, εκ μέρους του λαού της Κύπρου, ο Αρχιεπίσκοπος υποβάλλει αίτηση για εγγραφή στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, αίτημα όμως το οποίο απορρίφθηκε, μιας και η Κύπρος δεν αποτελούσε κρατική οντότητα. Το ποτήρι ξεχείλησε στις 28 Ιουλίου 1954, ημέρα που διεξάγηκε ευρεία συζήτηση για το Κυπριακό στη Βουλή των Κοινοτήτων και ο Υφυπουργός Αποικιών Hopkinson υποστήριξε ότι η Κύπρος ήταν στρατηγική περιοχή και ουδέποτε δεν θα μπορούσε να τύχει αυτοδιάθεσης. Ο λαός της Κύπρου αγανακτισμένος, άρχισε να βρίσκει συμπαράσταση από την Ελλάδα, η οποία έφερε το θέμα της Κύπρου στα Ηνωμένα Έθνη• με αυτό άρχισαν να γίνονται σκέψεις για διεξαγωγή διπλωματικού και ένοπλου αγώνα...Να αναφέρουμε εδώ ότι ο Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας Διγενής είχε παρασκηνιακές μυστικές και άτυπες συναντήσεις με το Στρατηγό Κοσμά, Α/ΓΕΣ και άλλων στρατιωτικών παραγόντων, μεταξύ 1950 - 1954, συγκεντρώνοντας παράλληλα οπλισμό. Οι πάντες αντιμετώπισαν θετικά και υποσχέθηκαν βοήθεια, εκτός από το Στρατάρχη Παπάγο, αρχηγό της αντιπολίτευσης, και μερικά μέλη της κυβέρνησης, τα οποία χαρακτήριζαν το κίνημα πρόωρο. Ο Μακάριος συμφωνούσε με το Διγενή στην ουσία του αγώνα, διαφωνούσαν όμως στις λεπτομέρειες και, κυρίως, στη μορφή του αγώνα (ανταρτοπόλεμος, όχι ένοπλος αγώνας).Η επιβίβαση του Διγενή στο νησί έγινε στη Χλώρακα, στις 10 Νοεμβρίου 1954 και έτσι αρχίζει η ουσιαστική προπαρασκευή του αγώνα, η οποία παίρνει τη μορφή εκπαίδευσης μαχητών, λαμβάνει όμως μήνυμα να μην αρχίσει των αγώνα γιατί στις 14 Δεκεμβρίου η Ελλάδα, ανεπιτυχώς, θέτει θέμα αυτοδιάθεσης της Κύπρου στον ΟΗΕ. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η εσωτερική αρνητική στάση των Κυπρίων. Έτσι, ο Διγενής ανενόχλητος άρχισε να οργανώνει και τα διοικητικά του αγώνα, με αποτέλεσμα να καταχωρούνται στο χάρτη πιθανοί στόχοι για έναρξη του αγώνα. Έτσι, με απόλυτη μυστικότητα, στις 20 Μαρτίου 1955 όλα ήταν έτοιμα και το κίνημα έλαβε την ονομασία ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), θέτοντας ως D-Day το βράδυ της 31ης Μαρτίου - 1ης Απριλίου, μετά από συνεννόηση με το Μακάριο.
Έτσι, οργανωμένα πια, αρχίζει ο αγώνας τα μεσάνυχτα της 31 Μαρτίου - 1ης Απριλίου 1955, στη Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσό και σε στρατιωτικές θέσεις των Άγγλων, αιφνιδιάζοντας τόσο τους Κυπρίους και τους Βρετανούς κατακτητές, όσο και την Ελλάδα και τη Βρετανία. Αν και η πρώτη εντύπωση που δόθηκε στον πληθυσμό της Κύπρου υπήρξε άριστη, ο ραδιοσταθμός των Αθηνών και μερίδα του ΑΚΕΛ καταδίκασαν την ενέργεια αυτή, χρησιμοποιώντας βαριούς χαρακτηρισμούς (τραμπούκοι, βαρελόττοι, ψευτοδιγενήδες, δυναμιτιστές κτλ). Οι Άγγλοι δεν πίστευαν στις προκηρύξεις της ΕΟΚΑ, πιστεύοντας ότι ήταν ένα κακόγουστο πρωταπριλιάτικο ψέμα, ενώ η Αστυνομία προέβαινε σε σπασμωδικές κινήσεις.
Οι μάχες συνεχίζονται με κύριο άξονα την αναδιοργάνωση - ενίσχυση και εκπαίδευση των αντάρτικων ομάδων, τη μύηση του πληθυσμού στον αγώνα και τη συμμετοχή της Νεολαίας. Η πρώτη οργανωμένη μαχητική διαδήλωση της νεολαίας έγινε στη Λευκωσία, στις 24 Μαΐου 1955. Παράλληλα, η ΕΟΚΑ έδωσε σημασία στη συμβολή του τύπου, της Εκκλησίας και στην παρακολούθηση των αντιπάλων με, ομολογουμένως, δόλιους πολλές φορές τρόπους. Για μερικές ημέρες καταλάγιαζε η δράση, για να εκτονωθεί αργότερα και συνέχιζε έτσι ο αγώνας τις πρώτες ημέρες. Αν και οι Κύπριοι πατριώτες φείδονταν όπλων και άλλων μέσων, αναπλήρωναν τις απώλειές τους με την κατασκευή αυτοσχέδιων βομβών και χειροβομβίδων, η κατασκευή των οποίων κόστισε τη ζωή σε αρκετούς.
Στο διπλωματικό παρασκήνιο, η Μεγάλη Βρετανία άρχισε να ελίσσεται διπλωματικά, με αποτέλεσμα στις 29 Αυγούστου 1955 να έχουμε στο Λονδίνο την Τριμερή Διάσκεψη μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ελλάδας - Τουρκίας. Στο μεταξύ, εμφανίζονται οι πρώτες αντιθέσεις προς τον ανταρτοπόλεμο από μέρους της Εκκλησίας... Οι Άγγλοι αρχίζουν να λαμβάνουν διάφορα μέτρα, όπως ο νυχτερινός αποκλεισμός (curfew) διαφόρων περιοχών, η έρευνα σε σπίτια, δρόμους και πλατείες και άλλα σκληρά μέτρα. Στις 3 Οκτωβρίου 1955, αναλαμβάνει κυβερνήτης της Κύπρου, σε αντικατάσταση του Armitage, o Στρατάρχης Sir John Harding, ο οποίος υπήρξε σύμφωνα με πολλούς ο χειρότερος Άγγλος Κυβερνήτης.
Δεν άργησαν να φανούν οι πραγματικές του προθέσεις όταν οι εορτασμοί για την 28 Οκτώβρη πνίγηκαν στο αίμα με τη σύλληψη και θανατική καταδίκη του Μιχαλάκη Καραολή, αλλά και τη σύλληψη μεγάλου αριθμού Κυπρίων. Στη συνέχεια, είναι αρκετές και πολλές για να αναφερθούν εδώ οι ηρωικές μάχες των Κυπρίων κατά των Άγγλων. Την 1η Ιανουαρίου 1956 ο Κυβερνήτης με ραδιοφωνικό διάγγελμα λέει ότι «Οι ημέρες της ΕΟΚΑ είναι μετρημένες και υφαίνεται γύρω απ’ αυτήν ο ιστός της αράχνης». Όμως, η ΕΟΚΑ συνέχιζε ανενόχλητη το έργο της, με αποτέλεσμα ο Harding να καταφύγει για άλλη μια φορά στο διπλωματικό επίπεδο, από 9 Ιανουαρίου μέχρι 29 Φεβρουαρίου 1956, γεγονός το οποίο ναυάγησε για άλλη μια φορά.
Ο Διγενής στις 29 Ιανουαρίου 1956 δίνει εντολή για ανύψωση ελληνικών σημαιών στα σχολεία, γεγονός το οποίο άρχισε να ανησυχεί τους Βρετανούς. Στις 9 Μαρτίου 1956, συλλαμβάνεται ο Μακάριος στο αεροδρόμιο Λευκωσίας και εξορίζεται στις Σεϋχέλλες, αφήνοντας την Κύπρο ορφανή διπλωματικά μέχρι και την επάνοδό του στις 16 Αυγούστου του ίδιου χρόνου. Μαζί του εξορίστηκε και ο Μητροπολίτης Κερύνειας. Έτσι, τα καθήκοντα του εθνάρχη εξασκούσε ο Μητροπολίτης Κιτίου, Άνθιμος. Στο μεταξύ, άρχισε η καθολική συμμετοχή του λαού στον αγώνα, ενώ το ΑΚΕΛ αρχίζει να εγκαταλείπει τα παλαιά αδιάλλακτα συνθήματα και συζητούσε την ανάγκη «να βρει το Κόμμα τρόπο να μπει στις διαπραγματεύσεις για να εξασφαλίσει ένα σύνταγμα βολικό για το λαό».
Ο Harding αρχίζει επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας σε ολόκληρη την Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης της καύσης δασών.
Επειδή άρχισε να γίνεται μια προπαγάνδα εκ μέρους των Βρετανών ότι το μόνο που εμπόδιζε τη λύση του Κυπριακού ήταν ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ, ο Στρατηγός Διγενής με προκήρυξη, κηρύσσει εκεχειρία, το βράδυ της 16 Αυγούστου 1956. Οι κατακτητές, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός, προέβησαν σε ... προκήρυξη εθελοντικής παράδοσης (!) όσων συμμετείχαν στον αγώνα για να τους δοθεί αμνηστία. Στο διπλωματικό επίπεδο, γίνονται προσφορές συντάγματος, οι οποίες όμως δεν ήταν λειτουργήσιμες και αποδεκτές, ενώ παράλληλα οι Άγγλοι συνεχίζουν τις συλλήψεις και τους βασανισμούς. Έτσι, αρχίζει πάλι η δράση της ΕΟΚΑ, μέχρι τις 14 Μαρτίου 1957, οπόταν και κηρύσσεται η δεύτερη εκεχειρία, που ήταν το επακόλουθο της συζήτησης του Κυπριακού στον ΟΗΕ.
-----------------------------
Κύπριοι απαγχονισθέντες υπό των Άγγλων (executed by the British)
Μιχαήλ Καραολής ετών 23
Ανδρέας Δημητρίου ετών 22
Ανδρέας Ζάχος ετών 24
Ιάκωβος Πατάτσος ετών 22
Χαρίλαος Μιχαήλ ετών 22
Μιχαήλ Κουτσόφτας ετών 22
Στέλιος Μαυρομμάτης ετών 20
Ανδρέας Παναγίδης ετών 22
Ευαγόρας Παλλικαρίδης ετών 19
Το πρώτο θύμα του Κυπριακού αγώνος ήταν ο Παντελής Μοδέστος 1-4-55
ο Γρηγόρης Αυξεντίου κάηκε ζωντανός στο κρυσφύγετό του από βόμβες πετρελαίου που έριξαν οι Αγγλοι, το βράδυ της 3ης Μαρτίου 1957.
----------------------------------------
The United Kingdom had promised Greece that all the above would be a commitment to be fulfilled if Greece would enter World War I on the side of the Allies; the offer was withdrawn when Greece declined.[5] EOKA engaged to free the Greek Cypriots from British rule. The leadership of AKEL at the time (a political party with communist roots), opposed EOKA's military action, advocating the Gandhiesque approach of civil disobedience such as workers' strikes and demonstrations. This came into direct contrast with the previous leadership who some 5 years ago had organised the plebiscite of 1950, where the vast majority of all Greek-Cypriots who voted were for the union with Greece (98%). This was organised by the Church and there are reports that the threat of excommunication was used to encourage voting for enosis ( union) . The military campaign officially began on April 1, 1955. On this date EOKA launched simultaneous attacks on the British controlled Cyprus Broadcasting Station in Nicosia (led by Markos Drakos), on the British Army's Wolseley barracks and on targets in Famagusta (led by Grigoris Afxentiou). Thereafter and unlike other anti colonial movements, EOKA confined its acts to sabotaging military installations, ambushing military convoys and patrols, and assassinating British soldiers and local informers. It did not attempt to control any territory, a tactic that according to Grivas would not have suited the terrain and size of Cyprus nor the imbalance of EOKA's conventional military capabilities with respect to the British Army. The organisation was headed by George Grivas. Grivas had rich military experience having been educated at the Hellenic Military Academy, having served as an officer in the Greek army and having fought for Greece in both World Wars. In terms of ideology, of particular relevance was his action during the Hellenic Civil War where he led Organisation X, a right wing faction charged with opposing the leftist group ELAS [10]. Grivas assumed the nom de guerre Digenis in reference to the Byzantine Digenis Akritas, who repelled invaders from the Byzantine Empire during the Middle Ages. Second in command was Grigoris Afxentiou who had also served in the Greek army. Afxentiou had graduated from the reserves Officers Academy in 1950 but had no prior experience in active military operations. Recruitment of members was targeted at the younger population. The conditions for a mass uprising as witnessed in other colonial conflicts did not exist in Cyprus. There were no fundamental economic problems nor was there widespread poverty or food shortage.[11] The working class was largely allied to the left wing party of AKEL which did not openly support an armed struggle. Cyprus' privileged geographical position allowed the middle class to prosper through international trade, activities that were openly encouraged by the British administration
--------------
Επιστολαί του απαγχονισθέντος την 10ην Μαϊου 1956 αγωνιστού της Ε.Ο.Κ.Α Μιχαήλ Σάββα ΚΑΡΑΟΛΗ προς τον αδελφόν του και προς τους γονείς του
Κεντρικαί φυλακαί
Λευκωσία 8 Μαίου 1956
Αγαπητέ μου ΑνδρέαΧαίρε. Επήρα τα συγκινητικά γράμματα της 1ης και 3ης Μαϊου και χάρηκα πολύ που είδα να μου γράφης ότι άρχισες να βλέπης τη ζωή και τον εαυτό από μιάς άλλης σκοπιάς και ότι ανεκάλυψες μια γλυκιάν και θεϊκιάν δύναμη να σε τραβά και να σε δένει προς τα θαυμάσια μεγαλεία του Θεού και να σπρώχνη προς το δρόμο του. Είθε ο Πανάγαθος να δώση να μην παρεκκλίνης από τον δρόμον τούτον, ο οποίος, αν και στενός και δύσβατος, είναι εν τούτοις ο μόνος που οδηγεί εις την αιώνιαν μακαριότητα.Είμαι, αγαπητέ μου αδελφέ, πολύ στενοχωρημένος που θα σε λυπήσω με τα νέα μου, αλλά αφού ο Θεός μου επεφύλαξε το πικρόν τούτο ποτήριον, «ου μη πίω αυτό;»Γεννηθήτω το θέλημα του Παντοδυνάμου. Το Εκτελεστικόν Συμβούλιον απεφάσισεν ότι θα εκτελεσθώ. Με πληροφόρησε ψες ο κ. Άϊρονς διά την απόφασιν αυτήν του Εκτελεστικού Συμβουλίου και η εκτέλεσις ωρίσθη διά την Πέμπτην, 10-5-1956. Η απόφασις αυτή επηρεάζει και τον Δημητρίου, είναι δε πολύ βραχεία η διορία που μας αφήνει. Εάν δε ο Παντοκράτωρ Κύριος δεν ματαιώσει τα σχέδιά τους, τότε την ερχομένην Πέμπτην την αυγήν θα ανέλθωμεν εις το φονικόν ικρίωμα διά να υποστούμε το μαρτύριον που από τόσους μήνες δολίως εμελέτησαν άνδρες άδικοι και πονηρότατοι παρά πάσαν την γήν. Ο Θεός όμως, «ο ετάζων νεφρούς και καρδίας», ας αποδώσει «εκάστω κατά την καρδίαν αυτού».
Εν όψει της τροπής αυτής των πραγμάτων εζήτησα να σου επιτραπή να έλθης εις τας φυλακάς να με επισκεφθής και μου το αρνήθησαν. Επίσης αρνήθησαν να επιτρέψουν εις θείους, θείας και πρώτα εξάδελφα να με επισκεφθούν. Εάν θελήση ο Κύριος να εκτελεσθώ και δεν μου επιτρέψουν να σε ιδώ και να σε αποχαιρετήσω και εσέ και τους άλλους στενούς συγγενείς, αυτό θα είναι το συμπλήρωμα της μεγάλης αδικίας που κάμνουν σε μένα και στην οικογένειάν μου η οποία αδικία θα τους είναι εις αιώνιαν καταφρόνησιν, αιώνιον αίσχος και αιώνιον στίγμα εις την ούτω καλουμένην δικαιοσύνην των.
Σήμερον το πρωί ήλθαν να με επισκεφθούν η μητέρα μας, η Μαρούλα και η Νίκη. Ήταν ολωσδιόλου ανίδεες διά την απόφασιν αυτήν, αλλά, επειδή τα ενταθέντα μέτρα ασφαλείας τους έφεραν πολλήν πικρίαν, ήρχισαν να μου φωνάζουν συγκινητικά να μην φοβούμαι κ.λ.π. Εγώ δε νομίσας ότι είχαν προηγουμένως ειδοποιηθεί υπό της αστυνομίας διά την απόφασιν αυτήν (διότι υπεσχέθη προηγουμένως ο κ. Άϊρονς να τους ειδοποιήση), όταν ήλθαν κοντά μου, τους εμίλησα καθαρά. Δεν περιγράφεται δε η σκηνή της φρίκης, του πόνου, του σπαραγμού και της απογνώσεως που επηκολούθησε. Τα φτωχά και αδύναμα πλάσματα με γοερές κραυγές εθρήνουν και εκτυπιώντο και, καθώς ήσαν άσπρες σαν το πανί και ελυποθυμούσαν κάθε λίγο, μου επαρουσίαζαν ένα σπαραξικάρδιο θέαμα, που δεν μπόρεσα να κρατήσω την συγκίνηση και τα δάκρυά μου. Θλίβομαι, αγαπητέ μου αδελφούλη, θλίβομαι αφάνταστα όχι διά τον δικό μου τον χαμό, αλλά διά τον αβάστακτο πόνο που θα φορτώση η εκτέλεσίς μου στους ασθενείς και γεροντικούς ώμους των γονέων μου και τους ώμους των αδελφιών και των άλλων μου προσφιλών συγγενών. Θλίβομαι, διότι, ενώ ήλπιζον να γίνω το στήριγμα και ο προστάτης εις τες αγαπημένες μου αδελφές και να ξεκουράσω μια μέρα τους πολύμοχθούς μου προσφιλεστάτους γονείς, έρχεται το άδικον χέρι της ούτω καλουμένης δικαιοσύνης να με αποχωρήση από τα πρόσωπα που εστήριζαν σε μένα τόσες ελπίδες, ακριβώς εις στιγμήν κατά την οποίαν θα εκαρποφορούσαν οι ελπίδες των. Θλίβομαι ακόμα, καλέ μου Ανδρέα, διότι οι ευγενείς σου θυσίες για μένα δεν εκαρποφόρησαν, εστερήθησαν δηλαδή της ευκαιρίας να καρποφορήσουν. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους λυπούμαι πράγματι τόσον πολύ και όχι διά τον εαυτόν μου. Από τον εαυτό μου τι να λυπηθώ; «Όν θεοί φιλούσι νέος αποθνήσκει», έλεγαν οι αρχαίοι. Ελπίζω να με καταλαβαίνης και να μη λυπάσαι για μένα, αλλά να δίνης θάρρος και παρηγοριά εις τους ολιγόψυχους εκείνους συγγενείς και ειδικά εις την φτωχή μας τη μάνα και τον πατέρα, που ο πόνος και ο σπαραγμός ενδέχεται να έχη μεγάλας συνεπείας εις την υγείαν των. Παρηγόρησέ τους, χρυσέ μου Ανδρέα, δίνε τους θάρρος και προσπάθησε να τους κάνης να εννοήσουν με ποιόν γαλήνιον τρόπον και ποίαν στωικήν ανεκτικότητα αντιμετώπισα ως τώρα όλα τα κακά και θα τα αντιμετωπίσω και εις το μέλλον. Δεν πρέπει να κλαίουν εκείνοι για μένα κι εγώ γι’αυτούς. Εάν με νοιώθουν και καταλαβαίνουν την ψυχικήν μου ηρεμίαν, τότε θα πρέπη να παύσουν να θρηνούν και να σπαράζουν, και αν παύσουν, αν κατανικήσουν τον πόνον των και τα δεχτούν όλα με το μέτωπο περήφανα σηκωμένο ψηλά, αυτό θα είναι για μένα μία απέραντος υστάτη ευχαρίστησις. Όσο για σένα δεν πιστεύω να χρειάζεται να σου πώ τα ίδια πράγματα, ούτε και να σου συστήσω να προσέχης και να αυτοδυγκρατήσαι (ξέρεις μόνος σου ότι ευρίσκεσαι σε στρατόπεδο, και δεν θέλω άλλα κακά να βρούν κανένα από σας).Και τώρα, χρυσέ μου αδελφέ, δεν έχω παρά να σε σφίξω στη νοερή μου αγκαλιά, για να σου δώσω τα γλυκά μου φιλιά του αποχαιρετισμού, τα οποία μου αποστερεί η άκαρδη χείρ της εξουσίας, και να σου μεταδώσω από μακριά τους παλμούς της αγάπης, της λατρείας και της ευγνωμοσύνης, που η καρδιά μου σου στέλλει μαζί με τας πιο θερμάς ευχάς της διά την καλυτέραν ευτυχίαν και την πληρεστέραν εκλήρωσιν και απόλαυσιν κάθε σου πόθου και ιδανικού.
Χαίρε, γλυκέ μου Ανδρέα, και ο Θεός ας είναι πάντοτε μαζί σου.
Σε φιλώ και πάλι
Μιχαλάκης

Κεντρικαί φυλακαί Λευκωσίας
9 Μαϊου 1956
Με απόλυτον ψυχικήν γαλήνην σας απευθύνωτον ύστατον χαιρετισμόν. Ελπίζω ότι όοι θα κρατήσουν την ψυχραιμίαν των και ότι το κουράγιο δεν θα λείψη. Θα ήτο πραγματική ικανοποίησις για μένα, εάν όλοι, και ιδίως η μητέρα μου, τα καταφέρουν να αποφύγουν τους θρήνους και τους σπαραγμούς για μένα. Εμένα δεν πρέπει να με λυπάστε, διότι και εγώ δεν βλέπω να είμαι τόσον αξιόκλαυστος και, εφ’όσον εγώ δεν βρίσκω λόγο για να κλαίω τον εαυτό μου, τότε ούτε και οι δικοί μου δεν πρέπει να κλαίν. Αν είναι κάτι που με στενοχωρεί, είναι ότι δεν τα κατάφερα να γίνω εκείνο που ήθελα διά τους γέρους γονείς μου και τ’αδέλφια μου. Ας είναι όμως. Ο Θεός ας είναι γι’αυτούς και για όλους σας βοηθός και υπερασπιστής, κραταιός προστάτης και πονετικός πατήρ. Παρηγορήστε την μητέρα μου και πέστε σ’αυτήν ότι υστάτη μου και μόνη επιθυμία είναι να μη θρηνεή και να μη οδύρεται για μένα, ούτε και ν’αφήση τον πόνο να της φαρμακώση την καρδιά.Το ίδιο στους άλλους συγγενείς. Στον Ανδρέα (αδελφό μου) έγραψα ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα, που εκφράζω κι εδώ, καθώς και σε σένα, τις βαθιές μου ευχαριστίες και την απέραντό μου ευγνωμοσύνη δια την πατρικήν φροντίδα και κηδεμονίαν σας κατά την διάρκειαν της εις σχολάς Μέσης Παιδείας φοιτήσεώς μου. Επίσης εις την θείαν μου Χρυστάλλαν δια τας φροντίδας της δια μένα.Τους σεβαστούς μου θείους Χριστόφορον, Μιχάλην, Βασίλην, Αγγελικήν, Κυπρούν, Ελένην και όλους τους εκ πατρός θείους αποχαιρετώ με συγκίνησιν και τους εκφράζω όλην μου την αγάπην και τον σεβασμόν.Στους προσφιλεστάτους μου εξαδέλφους και εξαδέλφας και τους άλλους στέλλω θερμάς αποχαιρετιστηρίους ευχάς δια κάθε ευτυχίαν, Εις όλους τους συγγενείς εκφράζω όλην μου την εκτίμησιν και αγάπην και τους αποχαιρετώ θερμώς. Τον αγαπητόν πατέρα και την καλή μου μητέρα σφίγγω για στερνή φορά στην αγκαλιά μου (ας είναι και νοερώς) και τους στέλλω τα γλυκά μου αποχαιρετιστήρια φιλιά. Γνωρίζω το βάθος του πόνου των, αλλά ας έχουν κουράγιο και ο μέγας παρηγορητής όλων των πονεμένων θα χύση βάλσαμο παρηγοριάς εις τας καρδίας των.Τες πονεμένες μου αδελφές φιλώ με συγκίνησιν κι αγάπη και τους εύχομαι κάθε ευτυχίαν και επικαλούμαι την θείαν προστασία και χάριν δι’αυτάς.Το τελευταίο φίλημα του αποχαιρετισμού κι όλας μου τας θερμάς ευχάς στέλλω εις όλους τους συγγενείς καθώς και τους φίλους και γείτονες με τους οποίους επέρασα τα νεανικά μου χρόνια. Τας ευχαριστίας μου εις τους δικηγόρους μου, οι οποίοι ειργάσθησαν σκληρώς δια την υπεράσπισίν μου (συμπεριλαμβανομένων και των κ.κ. Πριτ και Γκράντ).Ούτε ο χρόνος, ούτε και ο χώρος μου επιτρέπουν να εκφράσω όλας μου τας σκέψεις και τα συναισθήματα αγάπης που νοιώθω τώρα. Ούτε το θάρρος, ούτε και αι ελπίδες μας εγκαταλείπουν, η δε ψυχική μου γαλήνη είναι ακμαιοτάτη.Ένα θερμότατο χαιρετιστήριο φιλί στέλλω εις όλους τους προσφιλείς μου συγγενείς και φίλους και απευθύνομαι εις πάντας να μου συγχωρέσουν όλα εις όσα έφταιξα προς αυτούς, όπως και εγώ συγχωρώ όλους όσους με ηδίκησαν.Χαίρετε λοιπόν και είθε ο πανάγαθος Θεός να χαρίση εις όλους σας κάθε ευτυχίαν.
Σας φιλώ και πάλιν θερμά
Μιχαλάκης.
Πηγή : Γραφείο τύπου πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας
-----------------------------
Kάθε τέτοια μέρα με πιάνουν τα νεύρα μου από την εκωφαντική σιωπή της Ελλαδικής πολιτείας σχετικά με την Εορτή της 1ης Απριλίου 1955. Λες και δεν υπήρξε, λες και προσπαθούν να την ξεχάσουν. Και βεβαίως η Αριστερά και το ΑΚΕΛ είναι υποχρεωμένα κάθε χρόνο τέτοια μέρα να κοιτάζουν αμήχανα το ταβάνι και να σφυρίζουν αδιάφορα ταχα μου ταχα μου. Διότι κάθε τέτοια μέρα πρέπεινα πληρώνουν το τιμημα της ατολμίας και δειλίας που επέδειξαν την εποχή εκείνη στην Κύπρο. Ατολμία και δειλία που είχε σαν αποτέλεσμα, όλες οι Εθνοαπελευθερωτικές διαδικασίες και πρωτοβουλίες κατα του Αγγλικού Ιμπεριαλισμού να αναληφθούν αποκλειστικά απο την Εθνικιστική Δεξιά μάλιστα δε με εκπροσωπο ένα πρωην Χίτη τον Γρίβα. Εδώ οι ρόλοι αναστράφηκαν σε σύγκριση με το επος της Εθνικής αντίστασης, όπου πρωτοστάτησε η Αριστερά και η δεξιά απλα συρόταν με ύποπτο ρόλο. Εδώ η ΕΟΚΑ ανέδειξε ήρωες και παλληκαρια , μαζική λαική συμμετοχή γεγονότα που σφραγίσαν την μετέπειτα ιστορία της Κύπρου. Η θλιβερή Ιστορία της ΕΟΚΑ Β με κανένα τρόπο δεν μπορέι να επισκιάσει το Επος της 1ης Απριλίου





Δεν υπάρχουν σχόλια: