Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Εξοπλισμοί Ελλάδας - Τουρκίας

Εξοπλισμοί Ελλάδας - Τουρκίας
Στις 27 Σεπτεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη καθελκύστηκε στα ομώνυμα ναυπηγεία η πρώτη κορβέτα Milgem του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού. Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνον τα χαρακτηριστικά του πλοίου (μέγεθος, οπλισμός, τεχνολογία Στελθ), όσο το γεγονός ότι αποτελεί προϊόν σχεδίασης και κατασκευής αποκλειστικά τουρκικής, παρά τις ομοιότητες με το αμερικανικό LCS-1 (Lockheed Martin).Η τουρκική βιομηχανία πολεμικού υλικού μπορεί να πανηγυρίζει μία ακόμη επιτυχία της στρατηγικής που εδώ και χρόνια εξήγγειλε και εφαρμόζει το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα: επένδυση στην έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή οπλικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας, με την ανάπτυξη των εγχώριων δυνατοτήτων. Οι προφανείς στόχοι είναι στον μεν στρατιωτικό τομέα η απεξάρτηση από τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται η αγορά συστημάτων από ξένες χώρες (περιορισμοί στις τεχνολογίες που εξάγονται, δεσμεύσεις ως προς τη χρήση των οπλικών συστημάτων, κλειδωμένοι πηγαίοι κώδικες των ηλεκτρονικών κ.λπ.), όπως και στον οικονομικό τομέα (δυνατότητα απόκτησης μεγάλου αριθμού συστημάτων, οικονομίες κλίμακας, και πάνω απ’ όλα δυνατότητα χρησιμοποίησης της παραγωγής πολεμικού υλικού ως άξονα ανάπτυξης της ντόπιας οικονομίας, μεταβάλλοντας τις στρατιωτικές δαπάνες από μαύρη τρύπα που στερεί πόρους από την οικονομία, σε μια επένδυση με πολλαπλασιαστικά χαρακτηριστικά).


ΤΑ ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

Στη χώρα μας η συζήτηση για τις στρατιωτικές δαπάνες στηρίζεται κατά κανόνα σε μια συζήτηση επί ποσοστών. Έτσι, για παράδειγμα, η ρητορική του «βούτυρο αντί για κανόνια» αντλεί επιχειρήματα από το γεγονός ότι το ποσοστό των αμυντικών δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό της χώρας είναι σταθερά διπλάσιο σχεδόν από τον μέσο όρο του ΝΑΤΟ. Αυτό που δεν λέγεται συνήθως είναι ότι οι αντίστοιχες τουρκικές δαπάνες, ως ποσοστό, είναι υψηλότερες από τις ελληνικές.Και τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα αν υπολογίσουμε το γεγονός ότι το ΑΕΠ των δύο χωρών είναι όχι μόνον άνισο, αλλά η σχέση χειροτερεύει διαρκώς εις βάρος της Ελλάδας. Έτσι, για παράδειγμα, το 1999 ήταν 165,6 δισ. $ για την Ελλάδα και 403,7 για την Τουρκία, για να φτάσει το 2003 στα 224(!) με 492,9 αντίστοιχα. Το παρακάτω διάγραμμα αποτυπώνει με ακρίβεια τις εξελίξεις αυτές.Η στρατηγική των ελληνικών κυβερνήσεων, όπως έχει διατυπωθεί από το σύνολο των προσώπων και των πολιτικών κομμάτων που πέρασαν από την εξουσία μετά την κυπριακή τραγωδία ήταν μια στρατηγική αποτροπής. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι επιλέχθηκε ο δρόμος μιας «μετρημένης κούρσας εξοπλισμών», με στόχο όχι την υπεροχή στο ποσοτικό τουλάχιστον πεδίο, αλλά τη διασφάλιση ενός αποθέματος ισχύος που θα καθιστούσε απαγορευτικό το κόστος μιας επιθετικής ενέργειας από τη μεριά της Τουρκίας. Το περίφημο 7 προς 10, που είχε επιβάλει για λίγα χρόνια μετά το 1974 η ομογένεια των ΗΠΑ ως υποχρεωτική ποσόστωση στη στρατιωτική βοήθεια (FMS) στις δύο χώρες, ήταν έκφραση αυτού ακριβώς του δόγματος. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το 7 προς 10 έγινε 5,5 προς 10 το 1993 και, παρά τα όσα εξαγγέλθηκαν από τους εκσυγχρονιστές μετά τα Ίμια, κατέρρευσε στο 2 προς 10 το 2003 (και για να μην κατηγορηθούμε για επιλεκτική παράθεση ετών, αναφέρουμε τον μέσο όρο της 11ετίας 1993-2003, που είναι 3,4 προς 10, με σαφή πτωτική τάση).Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κάποιος ότι αυτό είναι αναπόδραστη συνέπεια των εξελίξεων των μεγεθών τόσο στο οικονομικό πεδίο όσο και στους δημογραφικούς δείκτες. Αυτό θα μπορούσε να αντισταθμιστεί με δύο τρόπους ή με συνδυασμούς τους: με την αύξηση του ποσοστού των εξοπλιστικών δαπανών, ή με τη χάραξη μιας εξοπλιστικής στρατηγικής που θα επιστρέφει πόρους στην εθνική οικονομία μέσω της ανάπτυξης εγχώριας παραγωγής, πράγμα που διευκολύνεται στην ελληνική περίπτωση από το μέγεθος των εξοπλιστικών απαιτήσεων. Πολλές χώρες αντιμετώπισαν με αυτόν ακριβώς τον τρόπο τις αμυντικές τους ανάγκες, και μάλιστα ανάλογες σε μέγεθος χώρες που, επιπλέον, κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει για φιλοπόλεμη ή ιμπεριαλιστική πολιτική, χώρες που έχουν να πολεμήσουν πάνω από έναν αιώνα, όπως η Ελβετία και ακόμη περισσότερο η Σουηδία ή η Νορβηγία.Αυτή ήταν και η επιλογή που τόσο διαφημίστηκε στα πρώτα χρόνια του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Όμως, ακόμη και μια καλή ιδέα μεταβάλλεται στο αντίθετό της από μια κακή εφαρμογή. Έτσι, η πρώιμη ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας (ΕΑΒ, ΕΛΒΟ κ.λπ.) κατέρρευσε γρήγορα κάτω από το βάρος των αριθμών των διορισμένων υπαλλήλων με τα χαρτάκια της κάθε τοπικής οργάνωσης των κυβερνητικών κομμάτων ή από τις ανίκανες διορισμένες διευθύνσεις.Όμως, στην άλλη άκρη του Αιγαίου οι Τούρκοι στρατηγοί επέλεξαν τον ίδιο δρόμο. Με την ουσιαστική διαφορά ότι αυτοί το εννοούσαν.

Η ΡΑΓΔΑΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Η τουρκική εξοπλιστική αυτοτέλεια αποτέλεσε έναν στόχο δεκαετιών για το κεμαλικό στρατιωτικό κατεστημένο, και το γεγονός αυτό είναι αποτέλεσμα της γενικότερης αντίληψης για μια Τουρκία που, πάνω από τις δεσμεύσεις στις εκάστοτε συμμαχίες, έβαζε το όνειρο για μια περιφερειακή δύναμη που εμπνέει σεβασμό και φόβο σε εχθρούς και φίλους. Είναι ακόμη αποτέλεσμα της ανάγκης των ίδιων κύκλων να δημιουργήσουν μια αστική τάξη που συνδέει τα συμφέροντά της με τη διατήρηση και την ανάπτυξη της πολιτικής διαρκούς προβολής στρατιωτικής ισχύος. Από τους εκπροσώπους της, γνωστότερος είναι σε μας ο κύριος Ραχμίν Κοτς, κι είναι γνωστός επειδή είναι κατά καιρούς άριστος οικοδεσπότης Ελλήνων δημοσιογράφων που τρέφουν ιδιαίτερη εκτίμηση για την προσωπική του θαλαμηγό.Η ίδρυση της Γραμματείας για την Αμυντική Βιομηχανία, SSM (1985), αποτελεί ένα σταθμό στην πορεία αυτή. Το όργανο αυτό, σε αντίθεση με τη δική μας Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών, δεν είναι απλώς ένα γραφείο προμηθειών αμυντικού υλικού (με όλα τα παράπλευρα οφέλη που κατά καιρούς γίνονται δημόσια γνωστά). Αντίθετα, στον ιδρυτικό της νόμο ορίζονται ως στόχοι: 1) η μέγιστη αξιοποίηση της υπάρχουσας τουρκικής βιομηχανικής υποδομής και των προοπτικών της, 2) η καθοδήγηση και υποστήριξη νέων επενδύσεων που περιλαμβάνουν υψηλή τεχνολογία, 3) η τεχνολογική συνεργασία με το εξωτερικό και η αξιοποίηση ανταποδοτικών ωφελημάτων στον τομέα της τεχνολογίας, και 4) η ενθάρρυνση δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης στον χώρο της παραγωγής πολεμικού υλικού (Νόμος 3238/85, πηγή www.sms.gov.tr). O στόχος που τέθηκε είναι η κάλυψη του 50% των εξοπλιστικών αναγκών ως το 2020 από την εγχώρια παραγωγή, όχι μόνο στο πεδίο των αριθμών ή των οικονομικών μεγεθών, αλλά και στο πεδίο της παραγωγής τεχνολογίας.Ως αποτέλεσμα ήταν η τεράστια ώθηση στην πολεμική βιομηχανία της χώρας, που πέρασε από το υποκατασκευαστικό έργο στην εγκατάσταση γραμμών παραγωγής ξένων σχεδιάσεων, όπως συνέβη με τα μαχητικά F 16, στην παραγωγή οπλικών συστημάτων τουρκικής σχεδίασης ή συνεργασιών με άλλες χώρες που προωθούν τη δική τους πολεμική βιομηχανία (Κορέα, Πακιστάν). Έτσι, και τα αντισταθμιστικά οφέλη μπόρεσαν να επανεπενδυθούν ενισχύοντας την πολεμική βιομηχανία, η οποία απέκτησε την τεχνολογία που της ήταν απαραίτητη ώστε να απογαλακτιστεί από τους ξένους. Οι εξαγωγές αποτελούν ένα άλλο στοιχείο της επιτυχίας του εγχειρήματος.Ως αποτέλεσμα, μία εικοσαετία μετά, ο επίσημος κατάλογος της Γραμματείας για την Αμυντική Βιομηχανία περιλαμβάνει 7 μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής χερσαίων συστημάτων, ισάριθμες αεροπορικών, 4 ναυτικών συστημάτων, 15 επιχειρήσεις ηλεκτρονικών και λογισμικού για στρατιωτική χρήση, 7 πυραύλων και πυρομαχικών, και, τέλος, 7 τεχνολογιών πληροφοριών. Εταιρείες όπως η OTOKAR (οχήματα, τεθωρακισμένα άρματα), η ASELESAN (ηλεκτρονικά), TAI (μη επανδρωμένα αεροσκάφη), ROKETSAN (συστήματα πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων) αποτελούν τους βασικότερους εξαγωγικούς παίκτες με πελάτες όχι μόνο χώρες όπως τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Μαλαισία, οι Φιλιππίνες, το Μπαχρέιν ή η Σαουδική Αραβία, αλλά και παραγωγούς πολεμικού υλικού (Ν. Κορέα, Πακιστάν, ακόμη και χώρες με προηγμένη τεχνολογία, όπως η Ολλανδία ή οι ΗΠΑ).

ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΟΠΛΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ (Πηγή: http://www.sms.gov.tr/)
Το μέγεθος των εξαγωγών στα συνολικά οικονομικά αποτελέσματα της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας φαίνονται στον παρακάτω πίνακα, που αποτυπώνει παράλληλα την αυξητική τάση των οικονομικών αυτών μεγεθών:Η εξοπλιστική στρατηγική του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου βρίσκει έτσι τη δυνατότητα να αποκτήσει μέσα προβολής ισχύος ανάλογα με το μέγεθος της ηγεμονικής φιλοδοξίας του. Από τη συμμετοχή στην κοινοπραξία παραγωγής του μαχητικού νέας γενιάς Στελθ F 35, τη συμπαραγωγή των επιθετικών ελικόπτερων Α 129 με τους Ιταλούς, ως την παραγωγή με τη μεταφορά τεχνογνωσίας από την Κορέα του «Εθνικού Άρματος Μάχης» Κ 2, του αυτοκινούμενου πυροβόλου Κ 9, του βαλλιστικού πυραύλου Γιλντιρίμ με τους Κινέζους, μέχρι, τέλος, τα αμιγώς τουρκικά προϊόντα, όπως το ΤΟΜΑ Combra και η κορβέτα MILGEM, πολλά από τα κύρια οπλικά συστήματα της στρατιωτικής μηχανής θα κατασκευάζονται από τουρκικά χέρια.Η ανατροπή των ισορροπιών πάνω από το Αιγαίο, που έφερε πιο κοντά από ποτέ το όραμα του Κεμάλ Ατατούρκ για τη διαχωριστική γραμμή πάνω στον μεσημβρινό, στηρίχτηκε στη μαζική βιομηχανική παραγωγή σε τουρκικές γραμμές του μαχητικού F 16. Η υπεροχή που αποκτήθηκε σχεδιάζεται να διατηρηθεί με το F 35, που κι αυτό θα παραχθεί σε γραμμές παραγωγής της ΤΑΙ. Και, βέβαια, επειδή οι Τούρκοι στρατηγοί έχουν αντιληφθεί το θουκυδίδειο «μέγα το της θαλάσσης κράτος», ο στόχος που θέτουν παράλληλα είναι η δημιουργία ενός ναυτικού που θα ανατρέψει τις υπάρχουσες ισορροπίες και θα κυριαρχήσει στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Η κορβέτα MILGEM είναι η πρώτη πράξη αυτού του έργου, ενώ έχει δρομολογηθεί η σχεδίαση μιας πλατφόρμας στην κατηγορία της φρεγάτας, που θα αποτελέσει το κύριο πλοίο μάχης του Τουρκικού Ναυτικού.

Η ΚΑΘ’ ΗΜΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Η έκθεση DEFENDORY 2008, που ξεκίνησε στο Ανατολικό Αεροδρόμιο στις 7 Οκτωβρίου, αποτελεί φωτογραφία της μίζερης ελλαδικής πραγματικότητας. Οπλικά συστήματα made in anywhere σε μια έκθεση αντιπροσώπων που μυρίστηκαν το ψητό του Ενιαίου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Αμυντικών Εξοπλισμών, το οποίο ύστερα από χρόνια σημιτικής ή καραμανλικής άπνοιας, με βάση την κοινή λογική (αν υποθέσουμε μαζί με τους ποικιλώνυμους μεσάζοντες ότι διαθέτει ακόμη η χώρα) και τις ανατροπές στην ισορροπία με την Τουρκία, δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει να υλοποιείται. Το ερώτημα είναι ποια είναι η ελληνική συμμετοχή στα εκθέματα, που είναι και τα προτεινόμενα συστήματα με τα οποία ο Έλληνας στρατιώτης θα κληθεί, αν χρειαστεί, να πολεμήσει αύριο. Ή, αν θέλετε, ποια είναι η προστιθέμενη αξία στην ελληνική οικονομία ώστε οι δαπάνες για την αγορά τους να μην είναι μια απώλεια πόρων του εθνικά παραγόμενου προϊόντος, αλλά μια εισροή στην οικονομία της χώρας, που χρειάζεται απεγνωσμένα επενδύσεις, θέσεις εργασίας, ανάπτυξη. Ακόμη κι αν η κλασική κεϊνσιανή άποψη ότι για κάθε μονάδα που επενδύεται σε μια οικονομία το αποτέλεσμα είναι 7πλάσια οφέλη κριθεί υπεραισιόδοξη, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι το κόστος των αγορών που επανεπενδύεται σε μια οικονομία αφήνει οφέλη.Κάθε σύγκριση της Ελλάδας με την Τουρκία, δύο χωρών που δαπανούν και θα δαπανούν σημαντικούς πόρους για εξοπλιστικά προγράμματα, καταντά μελαγχολική: Η ελληνική αμυντική βιομηχανία έχει σχεδόν εξαλειφθεί, τόσο από τα σκάνδαλα, πραγματικά ή κατασκευασμένα, όσο και από τις ίδιες τις πολιτικές προμηθειών αμυντικού υλικού – για παράδειγμα, στην προμήθεια των Leopard Hel., όπου η συμμετοχή της καθαυτής ελληνικής βιομηχανίας ήταν το βάψιμο από την ΕΛΒΟ, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των αντισταθμιστικών ωφελημάτων πήγε σε εταιρείες-μαϊμού που ίδρυσαν οι Γερμανοί, της Krauss Maffei για την περίσταση. Πολλές κρατικές επιχειρήσεις αμυντικού υλικού έπεσαν θύματα των ιδιωτικοποιήσεων, περνώντας σε χέρια Ελλήνων ή ξένων «επενδυτών» και ανοίγοντας τον δρόμο σε εκβιασμούς συρρίκνωσης των επιχειρήσεων, και απολύσεων, ώστε να πετυχαίνουν προνομιακή μεταχείριση στις προμήθειες του ελληνικού Δημοσίου (στρατιωτικές και μη). Έτσι, η ThyssenKrupp αγόρασε τα Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και εκβιάζει με κλείσιμο για να πετύχει την ανάθεση του προγράμματος των φρεγατών ή την παραλαβή του προβληματικού υποβρυχίου Type 214.Όσο για τα εξαγγελλόμενα ποσοστά αντισταθμιστικών ωφελημάτων κατά τη σύναψη συμφωνιών στα κατά καιρούς εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας, τα ίδια τα στελέχη των ελληνικών εταιρειών δίνουν αρκετά ενδιαφέρουσες πληροφορίες (ΚτΕ 4/10, αφιέρωμα στην DEFENDORY 2008): Το 40% από τα ποσά που αναφέρονται στις συμβάσεις προμήθειας κατευθύνονται προς την παραγωγή πολεμικού υλικού, και αυτά κυρίως στη συναρμολόγηση ή τη συμπαραγωγή και όχι στην έρευνα ή την ανάπτυξη συστημάτων. Τα υπόλοιπα είναι μάλλον τουριστικά πακέτα, εξαγωγές εσπεριδοειδών, δωράκια των μεσαζόντων σε κατονομαζόμενους ή μη, και άλλα τινά αναπτυξιακά.Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η φτωχή επίδοση του 10% ως ποσοστού των δαπανών για εξοπλισμούς να καλύπτεται από την εγχώρια παραγωγή. Το 90% χρηματοδοτεί τις οικονομίες των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας, της Ρωσίας, της Ιταλίας, μέχρι και της Βραζιλίας (ERIEYE).Προσθέστε σε αυτή την πραγματικότητα και το υψηλό λειτουργικό κόστος του ελληνικού στρατού (αποτέλεσμα τόσο της ολοένα και αυξανόμενης επαγγελματοποίησης, όσο και μιας δομής που θέλει την Ελλάδα να έχει τον μεγαλύτερο παγκοσμίως αριθμό στρατηγών και ανώτατων αξιωματικών «κατά κεφαλήν»), για να κατανοήσετε το πλήρες αδιέξοδο της πολιτικής που ασκείται με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες.Αν επρόκειτο για έναν δρόμο παρατεταμένης ταχύτητας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Έλληνας δρομέας παρουσιάζει εμφανή σημάδια κόπωσης. Το όποιο ντοπάρισμα (βλέπε μίζες για τα εξοπλιστικά) δεν μπορεί παρά να παρατείνει την αγωνία μπροστά σε μια αναπόδραστα νομοτελειακή κατάληξη.Το αδιέξοδο είναι προφανές, τουλάχιστον για όσους αντιλαμβάνονται τη σημασία της στρατιωτικής αποτροπής για την ύπαρξη της ελληνικής κοινωνίας. Το σίγουρο είναι ότι, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, κάποιος νέος Τρικούπης θα πει «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», και οι υπόλοιποι, αγκαλιασμένοι, θα άδωμεν το κλασικό «τι τα θέλουμε τα όπλα/ τα κανόνια, τα σπαθιά/ να τα κάνουμε εργαλεία/ να δουλεύει η εργατιά». Η σύνδεση της οικονομικής με τη στρατιωτική ισχύ αποδεικνύεται είτε με θετικό είτε με αρνητικό τρόπο. Ο κοινός παρονομαστής είναι η ικανότητα μιας κοινωνίας να οραματιστεί το μέλλον της και τον ρόλο που επιλέγει για τον εαυτό της, να αντιληφθεί τις ευκαιρίες και τους κινδύνους που την περιβάλλουν και να ιεραρχήσει σε ένα τέτοιο πλαίσιο τους στόχους της. Αν μείνουμε στο δίλημμα «όπλα ή νοσοκομεία» κινδυνεύουμε να μείνουμε χωρίς και όπλα και νοσοκομεία, καθώς και τα δύο θέλουν μια έγερση από το ενύπνιον της νεοελληνικής ταυτότητας, μιας ταυτότητας που απεχθάνεται τις θυσίες που απαιτεί κάθε μακρόχρονη προσπάθεια και αποστρέφει το βλέμμα από το μέλλον, ζώντας την ατελείωτη νύχτα του σκυλάδικου. Το πρόβλημα των αμυντικών δαπανών δεν είναι παρά η έκφραση του συνολικού προβλήματος που δημιουργεί ο παρασιτισμός του εφήμερου, στον οποίο έχει βαλτώσει η κοινωνία μας σε όλες της τις εκφάνσεις, της αντιμετώπισης των θεμάτων άμυνας συμπεριλαμβανομένης.Εντέλει, αντί να νανουριζόμαστε με παραμύθια περί ισχυρής Ελλάδας, ας διδαχθούμε κι εμείς κάτι από αυτούς που αυτάρεσκα θεωρούμε «βαρβάρους».Υ.Γ.: Πριν ακόμη αυτό το άρθρο φτάσει στο τυπογραφείο οι εξελίξεις το κάνουν να μοιάζει αισιόδοξο: Η συζήτηση στην Βουλή στις 14/11 κατέγραψε τους ανέμους που φυσούν στην πολιτική ηγεσία της χώρας μας, με όλα τα μποφόρ της παράνοιας που τους διακρίνουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αναμενόμενο, έκανε ερώτηση για το «υπερβολικό» ύψος των αμυντικών δαπανών, συγκρίνοντας το γεωπολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας με αυτό του Λουξεμβούργου. Ο δε πρωθυπουργός, κι αυτή είναι η είδηση, αφού ανέπτυξε μια ρητορική ότι δεν παίζουμε με την εθνική άμυνα, φτάνοντας στο διά ταύτα, ανακοίνωσε περιχαρής περικοπές του αμυντικού προϋπολογισμού κατά 15%. Αφού για 4 χρόνια η κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν προχώρησε σε κανένα εξοπλιστικό πρόγραμμα, πέρα από νεφελώδεις ανακοινώσεις για τα ΒΜΡ του Πούτιν ή τις φρεγάτες του Σαρκοζί, μπλοφάροντας ως κοινός χαρτοπαίκτης, αφού καθυστέρησε με νύχια και με δόντια τις παραλαβές των προγραμμάτων του σημιτικού ΠΑΣΟΚ, αφού κατέστησε πολλά από τα υπάρχοντα συστήματα άχρηστα λόγω έλλειψης ανταλλακτικών ή πυρομαχικών, αφού σφύριξε αδιάφορα όταν 2.500 στελέχη παραιτήθηκαν από τις Ε.Δ. στα χρόνια της διακυβέρνησής της, τώρα ανακοινώνει περικοπές τού «κάτι σαν μηδέν». Ο Γ.Γ. Εξοπλισμών το είπε άλλωστε καθαρά: «Σιγά μη γίνει πόλεμος, στρατηγέ». Κάτι θα ξέρει καλύτερα αυτός!Στο μεταξύ το νορβηγικό ερευνητικό ΜΑLENE OSTERVOLD, παρεούλα με την τουρκική φρεγάτα GEDIZ, τρυπούν την ελληνική υφαλοκρηπίδα ανατολικά του Καστελόριζου και το μόνο που κάνει ή αναγκάζεται να κάνει η ελληνική ηγεσία είναι διαβήματα που αγνοούνται από εχθρούς και φίλους. Στο πεδίο ενός εξελισσόμενου δείγματος του τουρκικού επεκτατισμού, το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό παρευρίσκεται και χαιρετίζει με μια κανονιοφόρο, κάτι λίγο παραπάνω από φελούκα. Το τραγικό είναι ότι δεν ξέρουμε αν δεν θέλουν ή αν δεν έχουν τίποτε καλύτερο να στείλουν. Γιατί πια, εκεί που μας πάνε, θα μπορούσε να συμβαίνει και το δεύτερο.
Τζιούμπας Θανάσης

Δεν υπάρχουν σχόλια: